στο λεξικό PONS
af·firma·tive·ly [əˈfɜ:mətɪvli, αμερικ -ˈfɜ:rmət̬ɪv-] ΕΠΊΡΡ
con·fir·ˈma·tion class ΟΥΣ
con·fir·ma·tion [ˌkɒnfəˈmeɪʃən, αμερικ ˌkɑ:nfɚ-] ΟΥΣ
1. confirmation (verification):
2. confirmation no pl (corroboration):
- confirmation of news, a rumour
-
- confirmation of a suspicion
-
3. confirmation ΘΡΗΣΚ:
let·ter of con·fir·ˈma·tion ΟΥΣ
con·fir·ˈma·tion bias ΟΥΣ
I. af·firma·tive [əˈfɜ:mətɪv, αμερικ -ˈfɜ:rmət̬ɪv] ΕΠΊΘ
II. af·firma·tive [əˈfɜ:mətɪv, αμερικ -ˈfɜ:rmət̬ɪv] ΟΥΣ
III. af·firma·tive [əˈfɜ:mətɪv, αμερικ -ˈfɜ:rmət̬ɪv] ΕΠΙΦΏΝ
- affirmative! esp αμερικ
-
- affirmative! esp αμερικ
-
non-ˈop·era·tive·ly ΕΠΊΡΡ
I. af·firma·tive ˈac·tion ΟΥΣ αμερικ no pl
II. af·firma·tive ˈac·tion ΟΥΣ modifier
con·firma·tory [kənˈfɜ:mətəri, αμερικ ˈfɜ:rmətɔ:ri] ΕΠΊΘ
con·ˈfirm·ing bank ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
confirmation of cover ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ
letter of confirmation ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
trade confirmation ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
trade confirmation ΟΥΣ handel
trend confirmation ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
trade confirmation ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
trend confirmation indicator ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
official confirmation ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
confirmed credit ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
confirmed letter of credit ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
divide vegetatively [dɪˌvaɪdˈvedʒɪtətɪvli] ΟΥΣ
negatively charged ΕΠΊΘ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
alternatively merging traffic ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.