Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

allultimissima
sucre en morceaux

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

lump sugar ΟΥΣ

sugar lump ΟΥΣ

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette
canard οικ
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. lump [βρετ lʌmp, αμερικ ləmp] ΟΥΣ

1. lump (of substance):

morceau αρσ
motte θηλ
grumeau αρσ
in one or a lump μτφ

2. lump (on body):

bosse θηλ (on sur)
grosseur θηλ (in, on à)

3. lump οικ:

balourd αρσ οικ
dondon θηλ οικ

II. lump [βρετ lʌmp, αμερικ ləmp] ΡΉΜΑ μεταβ

to lump X with Y μειωτ

III. lump [βρετ lʌmp, αμερικ ləmp] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. lump αμερικ (become lumpy):

lump sauce:

ιδιωτισμοί:

IV. lump [βρετ lʌmp, αμερικ ləmp]

to get or take one's lumps αμερικ
like it or lump it οικ

I. sugar [βρετ ˈʃʊɡə, αμερικ ˈʃʊɡər] ΟΥΣ

1. sugar ΜΑΓΕΙΡ:

sucre αρσ
no sugar, thanks προσδιορ industry, prices
no sugar, thanks production, refinery
no sugar, thanks spoon, canister

2. sugar (as endearment):

sugar οικ
chéri/-e αρσ/θηλ

II. sugar [βρετ ˈʃʊɡə, αμερικ ˈʃʊɡər] ΕΠΙΦΏΝ οικ

zut! οικ

III. sugar [βρετ ˈʃʊɡə, αμερικ ˈʃʊɡər] ΡΉΜΑ μεταβ

sugar tea, coffee:

IV. sugar [βρετ ˈʃʊɡə, αμερικ ˈʃʊɡər]

στο λεξικό PONS

lump sugar ΟΥΣ

sugar lump ΟΥΣ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
lump of coal, sugar
morceau αρσ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. lump [lʌmp] ΟΥΣ

1. lump (solid mass of a substance):

lump of coal, sugar
morceau αρσ
lump of clay
motte θηλ
lump in cooking
grumeau αρσ

2. lump (abnormal growth):

grosseur θηλ

3. lump οικ (oaf):

empoté(e) αρσ (θηλ)
gros tas αρσ

ιδιωτισμοί:

II. lump [lʌmp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. lump (combine):

2. lump (endure):

I. sugar [ˈʃʊgəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. sugar (sweetener):

sucre αρσ
cassonade θηλ

2. sugar αμερικ οικ (term of affection):

mon chéri(ma chérie) αρσ (θηλ)

3. sugar (said to show annoyance):

ιδιωτισμοί:

II. sugar [ˈʃʊgəʳ, αμερικ -ɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
lump of coal, sugar
morceau αρσ
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS

I. lump [lʌmp] ΟΥΣ

1. lump (solid mass of a substance):

lump of coal, sugar
morceau αρσ
lump of clay
motte θηλ
lump in cooking
grumeau αρσ

2. lump (abnormal growth):

grosseur θηλ

3. lump οικ (oaf):

empoté(e) αρσ (θηλ)
gros tas αρσ

ιδιωτισμοί:

II. lump [lʌmp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. lump (combine):

2. lump (endure):

I. sugar [ˈʃʊg·ər] ΟΥΣ

1. sugar (sweetener):

sucre αρσ
cassonade θηλ

2. sugar οικ (term of affection):

mon chéri(ma chérie) αρσ (θηλ)

3. sugar (showing annoyance):

ιδιωτισμοί:

II. sugar [ˈʃʊg·ər] ΡΉΜΑ μεταβ

Present
Ilump
youlump
he/she/itlumps
welump
youlump
theylump
Past
Ilumped
youlumped
he/she/itlumped
welumped
youlumped
theylumped
Present Perfect
Ihavelumped
youhavelumped
he/she/ithaslumped
wehavelumped
youhavelumped
theyhavelumped
Past Perfect
Ihadlumped
youhadlumped
he/she/ithadlumped
wehadlumped
youhadlumped
theyhadlumped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

At the age of 16 years, started with the production of lump sugar, which he produced and transported to customers by himself.
en.wikipedia.org
I will close now and when you send the first parcel put a bit of sugar into it, lump sugar...
www.vancouversun.com