Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

duggery
duggery

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

drudgery [βρετ ˈdrʌdʒəri, αμερικ ˈdrədʒ(ə)ri] ΟΥΣ U

corvée θηλ

skulduggery [βρετ skʌlˈdʌɡ(ə)ri, αμερικ ˌskəlˈdəɡ(ə)ri] ΟΥΣ U οικ

magouille θηλ οικ

buggery [βρετ ˈbʌɡəri, αμερικ ˈbəɡəri] ΟΥΣ

sodomie θηλ

snuggery [βρετ ˈsnʌɡ(ə)ri, αμερικ ˈsnəɡəri] ΟΥΣ βρετ

snuggery → snug

I. snug [βρετ snʌɡ, αμερικ snəɡ] ΟΥΣ βρετ

II. snug [βρετ snʌɡ, αμερικ snəɡ] ΕΠΊΘ

snug bed, room
snug coat

thuggery [βρετ ˈθʌɡəri, αμερικ ˈθəɡ(ə)ri] ΟΥΣ μειωτ

sauvagerie θηλ

I. hugger-mugger [βρετ ˈhʌɡəmʌɡə, αμερικ ˈhəɡərˌməɡər] ΟΥΣ

1. hugger-mugger (confusion):

pagaille θηλ

2. hugger-mugger (secrecy):

secret αρσ

II. hugger-mugger [βρετ ˈhʌɡəmʌɡə, αμερικ ˈhəɡərˌməɡər] ΕΠΊΘ

1. hugger-mugger (confused):

2. hugger-mugger (secret):

I. bugger [βρετ ˈbʌɡə, αμερικ ˈbəɡər, ˈbʊɡər] ΟΥΣ

1. bugger βρετ αρσ/θηλ:

bugger (person) αργκ μειωτ
con/conne αργκ
bugger χιουμ
couillon αρσ οικ
bougre αρσ οικ

2. bugger βρετ (difficult or annoying thing):

bugger οικ
galère θηλ οικ
quelle merde! χυδ, αργκ

3. bugger ΝΟΜ (gen):

sodomite αρσ

II. bugger [βρετ ˈbʌɡə, αμερικ ˈbəɡər, ˈbʊɡər] ΕΠΙΦΏΝ αργκ βρετ

merde alors! αργκ

III. bugger [βρετ ˈbʌɡə, αμερικ ˈbəɡər, ˈbʊɡər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bugger (expressing surprise) αργκ:

merde! αργκ
merde alors! αργκ
des clous! οικ

2. bugger (have anal sex with):

IV. bugger [βρετ ˈbʌɡə, αμερικ ˈbəɡər, ˈbʊɡər]

to play silly buggers βρετ αργκ
faire le con αργκ
to play silly buggers βρετ αργκ

I. bugger about ΡΉΜΑ [βρετ ˈbʌɡə -, αμερικ ˈbəɡər, ˈbʊɡər -] αργκ βρετ (bugger about)

déconner οικ

II. bugger about ΡΉΜΑ [βρετ ˈbʌɡə -, αμερικ ˈbəɡər, ˈbʊɡər -] αργκ βρετ (bugger [sb] about)

emmerder αργκ

piggery [βρετ ˈpɪɡ(ə)ri, αμερικ ˈpɪɡ(ə)ri] ΟΥΣ (pigsty)

porcherie θηλ

jiggery-pokery [βρετ ˌdʒɪɡ(ə)rɪˈpəʊk(ə)ri, αμερικ ˌdʒɪɡəriˈpoʊkəri] ΟΥΣ βρετ οικ

micmac αρσ οικ

στο λεξικό PONS

drudgery [ˈdrʌdʒəri] ΟΥΣ no πλ

corvée θηλ

skul(l)duggery ΟΥΣ no πλ

skul(l)duggery
magouille θηλ

snuggery ΟΥΣ

buggery [ˈbʌgəri] ΟΥΣ no πλ χυδ

sodomie θηλ

jiggery-pokery [ˌdʒɪgərɪˈpəʊkərɪ, αμερικ -ˈpoʊ-] ΟΥΣ no πλ οικ

piggery <-ies> [ˈpɪgəri] ΟΥΣ

1. piggery ΓΕΩΡΓ:

piggery a. μειωτ
porcherie θηλ

2. piggery (character):

I. bugger [ˈbʌgəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ οικ

1. bugger (person):

salaud αρσ

2. bugger (thing):

casse-pieds αρσ

II. bugger [ˈbʌgəʳ, αμερικ -ɚ] ΕΠΙΦΏΝ αυστραλ, βρετ χυδ

ιδιωτισμοί:

III. bugger [ˈbʌgəʳ, αμερικ -ɚ] ΡΉΜΑ μεταβ χυδ

mugger ΟΥΣ

agresseur(-euse) αρσ (θηλ)

bugger up ΡΉΜΑ μεταβ χυδ

bugger off ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

στο λεξικό PONS

drudgery [ˈdrʌdʒ· ə r·i] ΟΥΣ

corvée θηλ

skul(l)duggery ΟΥΣ

skul(l)duggery
magouille θηλ

jiggery-pokery [ˌdʒɪg· ə r·i·ˈpoʊ·k ə r·i] ΟΥΣ οικ

piggery <-ies> [ˈpɪg· ə ri] ΟΥΣ

1. piggery ΓΕΩΡΓ:

piggery a. μειωτ
porcherie θηλ

2. piggery (character):

bugger [ˈbʌg·ər] ΟΥΣ οικ

1. bugger (person):

salaud αρσ

2. bugger (thing):

casse-pieds αρσ

mugger ΟΥΣ

agresseur(-euse) αρσ (θηλ)

surgery [ˈsɜr·ə r·i] ΟΥΣ ΙΑΤΡ

1. surgery no αόρ άρθ (medical speciality):

chirurgie θηλ

2. surgery (operation):

opération θηλ

3. surgery (operating room):

forgery <-ies> [ˈfɔr·ə ·ri] ΟΥΣ

imagery [ˈɪm·ɪdʒ ə r·i] ΟΥΣ

imagerie θηλ

I. stagger [ˈstæg·ər] ΡΉΜΑ αμετάβ

II. stagger [ˈstæg·ər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. stagger (astonish):

2. stagger (arrange at differing times):

III. stagger [ˈstæg·ər] ΟΥΣ

Present
Ibugger
youbugger
he/she/itbuggers
webugger
youbugger
theybugger
Past
Ibuggered
youbuggered
he/she/itbuggered
webuggered
youbuggered
theybuggered
Present Perfect
Ihavebuggered
youhavebuggered
he/she/ithasbuggered
wehavebuggered
youhavebuggered
theyhavebuggered
Past Perfect
Ihadbuggered
youhadbuggered
he/she/ithadbuggered
wehadbuggered
youhadbuggered
theyhadbuggered

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος