Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

stabilen
stable

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

sta·bil [ʃtaˈbi:l, st-] ΕΠΊΘ

1. stabil (strapazierfähig):

2. stabil (beständig):

3. stabil (nicht labil):

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
rock solid table
stable condition
sturdily-built building, furniture
sturdy box, chair, wall

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

stabil ΕΠΊΘ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Diese damals bunt verzierten Körbe bestanden aus stabilen Holzbrettbalustraden, die zum Teil in gitterförmiger Anordnung zusammengesetzt waren und von einem geländerartigen Ringholz gekrönt waren.
de.wikipedia.org
Im Stabilen Kataster von 1829 sind zwei Pfarren, eine Schule und ein Gasthaus erwähnt.
de.wikipedia.org
Die Atmosphärendruck-Laserionisation ist eine Photoionisationsmethode, welche Laserlichtquellen nutzt, deren Leistungsdichte ausreicht um Mehrphotonenionisation über einen stabilen, quantenmechanischen Zwischenzustand des Moleküls bzw. Atoms zu ermöglichen.
de.wikipedia.org
Der Abriss erwies sich aufgrund des sehr stabilen und harten Mauerwerksverbandes jedoch als derart schwieriges Unterfangen, dass mehrere Abrissfirmen sich wirtschaftlich verkalkulierten und in der Folge Konkurs anmelden mussten.
de.wikipedia.org
Der bei weitem größten Gruppe dient sekretorisch ausgeschiedenes Calciumcarbonat (Kalk) als Baustoff, zumeist in Form des nicht stabilen Vaterit.
de.wikipedia.org