Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Abschlussprüfers
famous
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

be·rühmt [bəˈry:mt] ΕΠΊΘ

to be famous [or noted] [or τυπικ renowned] for sth

ιδιωτισμοί:

be·rühmt-be·rüch·tigt ΕΠΊΘ αμετάβλ

Καταχώριση OpenDict

berühmt ΕΠΊΘ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
berühmte [o. namhafte] Persönlichkeit
berühmte Persönlichkeit
für etw αιτ berühmt sein
für etw αιτ berühmt sein
to have one's name in lights μτφ ιδιωτ
für etw αιτ berühmt sein

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Mitten in diesem Lichtermeer glitt das berühmte Schiff in den Hafen.
de.wikipedia.org
Hier wurde auch das berühmte Grab des Arztes entdeckt, in dem sich zahlreiche medizinische Geräte wie beispielsweise bronzene Schröpfköpfe fanden.
de.wikipedia.org
Das ist die berühmte Mandelblüte, die circa zwei bis drei Wochen währt.
de.wikipedia.org
Die ersten Filmklubs wurden von Enthusiasten gegründet, von denen einige später berühmte Regisseure wurden.
de.wikipedia.org
Der berühmte Beilwurf sollte als göttliche Fügung über den Standort entscheiden.
de.wikipedia.org