Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

voisin’
neighbouring

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. voisin (voisine) [vwazɛ̃, in] ΕΠΊΘ

1. voisin:

voisin (voisine) (de voisinage) maison, rue, pays, ville
neighbouring βρετ
voisin (voisine) (de voisinage) maison, rue, pays, ville
voisin (voisine) (proche) forêt, lac, hôpital
voisin (voisine) (d'à côté) pièce, table, maison
next (de to)
dans la maison voisine μτφ date, résultat, pourcentage
close (de to)

2. voisin (similaire):

voisin (voisine) sentiments, idées
voisin (voisine) espèces
voisin de théorie, idée
voisin de espèce

II. voisin (voisine) [vwazɛ̃, in] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

voisin (voisine)
neighbour βρετ
mon voisin de table
mon voisin de droite (à table etc)
venir en voisin κυριολ
venir en voisin μτφ
dire du mal du voisin μτφ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
voisin
voisin/-e αρσ/θηλ (dans les transports en commun)
voisin (to de)
voisin/-e αρσ/θηλ
voisin/-e αρσ/θηλ d'à côté
voisin/-e αρσ/θηλ de dessus/de dessous
être un bon voisin
en bon voisin/en bonne voisine αρσ/θηλ
adjoining room, office, state, province
voisin
voisin/-e αρσ/θηλ (d'à côté)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. voisin(e) [vwazɛ̃, in] ΕΠΊΘ

1. voisin (proche):

voisin(e) maison
neighbouring βρετ
voisin(e) maison
neighboring αμερικ
voisin(e) rue
voisin(e) pièce
être voisin de qc
to be next to sth

2. voisin (analogue):

voisin(e) sens
voisin(e) espèce animale
être voisin de qc
to be akin to sth

II. voisin(e) [vwazɛ̃, in] ΟΥΣ αρσ(θηλ) (dans une rue, un immeuble)

voisin(e)
neighbour βρετ
voisin(e)
neighbor αμερικ
passe à ton voisin!
le voisin d'en dessous οικ
le voisin d'en dessous οικ
the neighbor downstairs αμερικ
le voisin du dessous
le voisin du dessous
the neighbor downstairs αμερικ
le voisin du dessus
le voisin du dessus
the upstairs neighbor αμερικ
le voisin d'en face
le voisin d'en face
the neighbor opposite αμερικ
proche voisin
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
voisin(e) αρσ (θηλ) d'à-côté
voisin(e) αρσ (θηλ)
se montrer bon voisin avec qn
next house
voisin(e)
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. voisin(e) [vwazɛ͂, in] ΕΠΊΘ

1. voisin (proche):

voisin(e) maison
voisin(e) rue
voisin(e) pièce
être voisin de qc
to be next to sth

2. voisin (analogue):

voisin(e) sens
voisin(e) espèce animale
être voisin de qc
to be akin to sth

II. voisin(e) [vwazɛ͂, in] ΟΥΣ αρσ(θηλ) (dans une rue, un immeuble)

voisin(e)
le voisin d'en dessous οικ
le voisin du dessous
le voisin du dessus
le voisin d'en face
proche voisin
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
voisin (e) αρσ (θηλ) d'à-côté
voisin(e) αρσ (θηλ)
next house
voisin(e)

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

De l'or avait été aussi trouvé dans les collines voisines, apportant une population supplémentaire.
fr.wikipedia.org
L'oiseau lecteur réveille son voisin pour lui faire part de l'histoire mais ce dernier, pas intéressé, se rendort.
fr.wikipedia.org
En 1914, un paquebot fit naufrage dans un secteur voisin de celui de 1725.
fr.wikipedia.org
Elle reçoit des élèves de villages voisins ne disposant plus d'école.
fr.wikipedia.org
C'est alors que les animaux d'une ferme voisine sont pris d'une agitation folle.
fr.wikipedia.org