Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

verbotener
retrovisor exterior

Oxford Spanish Dictionary

wing mirror ΟΥΣ

Oxford Spanish Dictionary
Oxford Spanish Dictionary

I. mirror [αμερικ ˈmɪrər, βρετ ˈmɪrə] ΟΥΣ

espejo αρσ
retrovisor αρσ
to hold a mirror up to life λογοτεχνικό
a true mirror of public opinion προσδιορ tiles
gafas θηλ πλ de espejo
anteojos αρσ πλ de espejo λατινοαμερ

II. mirror [αμερικ ˈmɪrər, βρετ ˈmɪrə] ΡΉΜΑ μεταβ

I. wing [αμερικ wɪŋ, βρετ wɪŋ] ΟΥΣ

1. wing C or U ΖΩΟΛ:

ala θηλ (con artículo masculino en el singular)
to take wing λογοτεχνικό
cortarle las alas a alguien
to spread or stretch one's wings λογοτεχνικό bird:

2.1. wing ΑΕΡΟ (structure):

ala θηλ (con artículo masculino en el singular)

2.2. wing ΑΕΡΟ (unit):

ala θηλ (con artículo masculino en el singular)

3. wing βρετ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ:

salpicadera θηλ Μεξ
tapabarros αρσ Χιλ Περού

4.1. wing ΑΘΛ (part of field):

ala θηλ (con artículo masculino en el singular)

4.2. wing ΑΘΛ (player, position):

ala αρσ θηλ (con artículo masculino en el singular)
alero αρσ θηλ
extremo αρσ θηλ
ala αρσ θηλ (con artículo masculino en el singular) tres cuartos

5. wing ΠΟΛΙΤ:

ala θηλ (con artículo masculino en el singular)

6. wing (of company) αμερικ ΕΜΠΌΡ:

sección θηλ

7. wing (of building):

ala θηλ (con artículo masculino en el singular)

8.1. wing <wings, pl > ΘΈΑΤ:

8.2. wing <wings, pl > (insignia):

wing ΑΕΡΟ, ΣΤΡΑΤ
insignia θηλ

8.3. wing <wings, pl > → water wings

9. wing:

ala θηλ (con artículo masculino en el singular)
oreja θηλ

II. wing [αμερικ wɪŋ, βρετ wɪŋ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. wing:

to wing it (improvise) αμερικ οικ

2. wing (wound):

wing bird

III. wing [αμερικ wɪŋ, βρετ wɪŋ] ΡΉΜΑ αμετάβ (move quickly)

water wings ΟΥΣ ουσ πλ

I. right wing [αμερικ ˈˌraɪt ˈˌwɪŋ, βρετ] ΟΥΣ

1. right wing ΠΟΛΙΤ:

derecha θηλ
ala θηλ (con artículo masculino en el singular) derecha

2. right wing ΑΘΛ:

ala θηλ (con artículo masculino en el singular) derecha

II. right-wing ΕΠΊΘ

de derechas Ισπ

I. left wing [αμερικ ˈlɛf(t) ˈˌwɪŋ, βρετ] ΟΥΣ

1. left wing ΠΟΛΙΤ + ενικ or pl ρήμα:

2.1. left wing ΑΘΛ (area):

ala θηλ (con artículo masculino en el singular) izquierda

2.2. left wing ΑΘΛ (position):

II. left-wing ΕΠΊΘ

left-wing ideals/sympathies:

de izquierdas Ισπ

στο λεξικό PONS

στο λεξικό PONS

I. mirror [ˈmɪrəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

espejo αρσ

II. mirror [ˈmɪrəʳ, αμερικ -ɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

I. wing [wɪŋ] ΟΥΣ

1. wing ΖΩΟΛ, ΑΕΡΟ:

ala θηλ
to take wing λογοτεχνικό

2. wing ΑΡΧΙΤ:

ala θηλ

3. wing ΑΘΛ (side of field):

wing left, right
ala θηλ exterior
wing player
extremo(-a) αρσ (θηλ)

4. wing ΠΟΛΙΤ:

ala θηλ

5. wing pl ΘΈΑΤ:

bastidores αρσ πλ

6. wing βρετ ΑΥΤΟΚ:

aleta θηλ

7. wing pl ΣΤΡΑΤ (pilot's badge):

insignia θηλ

ιδιωτισμοί:

II. wing [wɪŋ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. wing (wound, in hunting):

wing bird
wing person

2. wing (fly):

III. wing [wɪŋ] ΡΉΜΑ αμετάβ

Καταχώριση OpenDict

mirror ΟΥΣ

mirror Internet
mirror αρσ
mirror Internet
espejo αρσ
Καταχώριση OpenDict

mirror ΡΉΜΑ

mirror (mimic) μεταβ
mirror (mimic) μεταβ
στο λεξικό PONS

I. mirror [ˈmɪr·ər] ΟΥΣ

espejo αρσ

II. mirror [ˈmɪr·ər] ΡΉΜΑ μεταβ

I. wing [wɪŋ] ΟΥΣ

1. wing ΖΩΟΛ, ΑΕΡΟ:

ala θηλ
to take wing λογοτεχνικό

2. wing ΑΡΧΙΤ:

3. wing ΑΘΛ (side of field):

wing left, right
wing player
extremo(-a) αρσ (θηλ)

4. wing ΠΟΛΙΤ:

5. wing:

wings ΘΈΑΤ
bastidores αρσ πλ

6. wing:

wings ΣΤΡΑΤ (pilot's badge)
insignia θηλ

ιδιωτισμοί:

II. wing [wɪŋ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. wing (wound):

wing bird
wing person

2. wing (fly):

ιδιωτισμοί:

to wing it οικ

III. wing [wɪŋ] ΡΉΜΑ αμετάβ

Present
Imirror
youmirror
he/she/itmirrors
wemirror
youmirror
theymirror
Past
Imirrored
youmirrored
he/she/itmirrored
wemirrored
youmirrored
theymirrored
Present Perfect
Ihavemirrored
youhavemirrored
he/she/ithasmirrored
wehavemirrored
youhavemirrored
theyhavemirrored
Past Perfect
Ihadmirrored
youhadmirrored
he/she/ithadmirrored
wehadmirrored
youhadmirrored
theyhadmirrored

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The next day, out on a sightseeing tour, a drunk breaks the wing mirror of our vehicle, prompting a heated altercation with the driver.
www.telegraph.co.uk
We're always looking in our wing mirror to see if we're being followed.
www.dailymail.co.uk
I myself have been hit on the elbow with the wing mirror of a passing car.
www.thetelegraphandargus.co.uk
She accelerated away and told the court she clipped their wing mirror as she left.
www.odt.co.nz
The wing mirror is the only evidence left at the scene.
www.stuff.co.nz