Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Spät
late
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

I. spät [ʃpɛ:t] ΕΠΊΘ

1. spät (zeitlich nicht früh):

spät
spät sein/werden

2. spät (ausgehend):

spät

3. spät (verspätet):

spät

II. spät [ʃpɛ:t] ΕΠΊΡΡ

1. spät (nicht früh):

spät

2. spät (verspätet):

spät
du kommst zu spät
spät dran sein
zu spät

ιδιωτισμοί:

wie spät

Mäd·chen <-s, -> [ˈmɛ:tçən] ΟΥΣ ουδ

1. Mädchen (weibliches Wesen):

ein leichtes Mädchen παρωχ
ein spätes Mädchen απαρχ
an old maid dated χιουμ

2. Mädchen παρωχ (Freundin):

3. Mädchen παρωχ (Haushaltshilfe):

βρετ a. dogsbody

Spat <-[e]s, -e> [ʃpa:t, πλ ˈʃpɛ:tə] ΟΥΣ αρσ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
spät-
ziemlich spät
etwas spät
spät
from dawn to dusk μτφ
von früh bis spät
es wird spät
ist es schon [o bereits] zu spät?

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Kirche ist ein frühgotischer Saalbau mit abgewalmtem Satteldach und verschindeltem Dachreiter mit Zwiebelhaube, der später barockisiert wurde.
de.wikipedia.org
Daher trifft ihn das unerwartete Liebesgeständnis seiner Frau doppelt hart, doch es ist zu spät.
de.wikipedia.org
Entwickelt der Patient die ersten Symptome (z. B. chronische Heiserkeit oder Bluthusten), ist es meist zu spät für eine erfolgreiche Therapie.
de.wikipedia.org
Er beginnt zu rebellieren und vom Spielen spät nach Hause zu kommen.
de.wikipedia.org
Ihr Arm wurde zu spät amputiert, so dass sie drei Tage später starb.
de.wikipedia.org