Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Y
rent

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Mie·te1 <-, -n> [ˈmi:tə] ΟΥΣ θηλ

Miete
rack-rent οικ
zur Miete wohnen

ιδιωτισμοί:

die halbe Miete οικ

Mie·te2 <-, -n> [ˈmi:tə] ΟΥΣ θηλ ΓΕΩΡΓ

Miete
Miete
βρετ a. clamp

mie·ten [ˈmi:tn̩] ΡΉΜΑ μεταβ

etw mieten
to rent sth
etw mieten (Boot, Wagen a.)
to rent sth [or βρετ a. hire]
to lease sth
the rent arrears ουσ πλ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
clamp (for storing potatoes etc) ΓΕΩΡΓ βρετ
Miete θηλ
Miete θηλ <-, -n>
Miete bezahlen
to raise rents [or αμερικ the rent]
to rent sth
etw mieten
to rent sth from sb
etw von jdm mieten
to rent at sth
gegen [o. für] etw αιτ zu mieten sein
Miete θηλ [o. Chartern ουδ] eines Schiffes ohne Besatzung θηλ
überhöhte Miete [o. Pacht]

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Miete ΟΥΣ θηλ ΑΚΊΝ

Miete
Miete
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Miete θηλ
Präsens
ichmiete
dumietest
er/sie/esmietet
wirmieten
ihrmietet
siemieten
Präteritum
ichmietete
dumietetest
er/sie/esmietete
wirmieteten
ihrmietetet
siemieteten
Perfekt
ichhabegemietet
duhastgemietet
er/sie/eshatgemietet
wirhabengemietet
ihrhabtgemietet
siehabengemietet
Plusquamperfekt
ichhattegemietet
duhattestgemietet
er/sie/eshattegemietet
wirhattengemietet
ihrhattetgemietet
siehattengemietet

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Mieten sind so zu bemessen, dass ein wirtschaftliches Auskommen der Stiftung und somit die Wahrung des Stiftungsvermögens gewährleistet ist.
de.wikipedia.org
Das Carloft wird als Symbol für die Gentrifizierung des Kiezes gesehen, durch die Mieten und Lebenshaltungskosten steigen und ansässige Bevölkerungsschichten vertrieben werden.
de.wikipedia.org
Im gleichen Zeitraum sank der Anteil der Haushalte, die zur Miete wohnten, von 40 auf 25 Prozent.
de.wikipedia.org
Hinsichtlich des Gebrauchs der Sache sind die Vorschriften über die Miete weitgehend anwendbar.
de.wikipedia.org
Das Faktoreinkommen ist die Summe aus Löhnen/Gehältern, Gewinnen, Zinserträgen, Mieten und Pachten sowie Unternehmerlöhnen.
de.wikipedia.org