Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

staat
Pisces

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Fisch <-[e]s, -e> [fɪʃ] ΟΥΣ αρσ

1. Fisch (Tier):

fish-processing προσδιορ

2. Fisch kein πλ ΑΣΤΡΟΛΟΓ:

Pisces no άρθ, no πλ

ιδιωτισμοί:

to be in fine fettle βρετ
das sind kleine Fische
to be as happy as a pig in mud οικ

Fisch ver·ar·bei·tend, fisch·ver·ar·bei·tend ΕΠΊΘ προσδιορ

fish-processing προσδιορ
fangfrische Fische
Schwarm Fische
er hat tonnenweise Fische gefangen οικ
he caught tons [or loads] of fish οικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Fische pl
Fisch αρσ <-(e)s, -e>
kleine Fische οικ
Fisch αρσ <-(e)s, -e>
kleine Fische οικ
kleiner Fisch οικ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

Merkmal der Fische

Ορολογία μαγειρικής της Lingenio

fangfrischer Fisch ΟΥΣ αρσ ΜΑΓΕΙΡ

Fisch in Muschelschalen ΟΥΣ αρσ ΜΑΓΕΙΡ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Die Fische haben nur eine Rückenflosse, die nur wenige Hartstrahlen hat.
de.wikipedia.org
Die bemalten Pithoi des minoischen Kamares-Stils zeigen Fische.
de.wikipedia.org
Menschenähnliche Figuren mit gestreckten Armen und Händen sind häufig, ebenso Tiergestalten, wie Vögel, Hähne, Krokodile, Pferde, Fische und Wasserinsekten.
de.wikipedia.org
Die Fische ernähren sich von hauptsächlich von Schwämmen, daneben werden Manteltiere, Moostierchen, Hydrozoen, Krebstiere, Fischlaich und Algen verzehrt.
de.wikipedia.org
An einem kleinen See können Fische und Schildkröten gefüttert werden.
de.wikipedia.org

Αναζήτηση "Fische" σε άλλες γλώσσες