Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dali
Política Agraria Común

Oxford Spanish Dictionary

Common Agricultural Policy ΟΥΣ

Oxford Spanish Dictionary

agricultural [αμερικ ˌæɡrəˈkəltʃ(ə)rəl, βρετ aɡrɪˈkʌltʃərəl] ΕΠΊΘ

agricultural country/worker/tool/show:

agronomía θηλ

policy1 <pl policies> [αμερικ ˈpɑləsi, βρετ ˈpɒlɪsi] ΟΥΣ U or C

1. policy ΠΟΛΙΤ:

política θηλ
προσδιορ policy decision

2. policy (standard practice, plan) ΕΜΠΌΡ:

política θηλ

policy2 [αμερικ ˈpɑləsi, βρετ ˈpɒlɪsi] ΟΥΣ

seguro αρσ

I. common [αμερικ ˈkɑmən, βρετ ˈkɒmən] ΕΠΊΘ

1.1. common (widespread, prevalent):

common mistake/occurrence/name
common mistake/occurrence/name

1.2. common (average, normal):

common soldier

1.3. common (low-class, vulgar):

common person/behavior/accent

2.1. common (shared, mutual):

common characteristic/interests/ownership
common factor/multiple/divisor ΜΑΘ
common wall αμερικ
medianera θηλ
common wall αμερικ
puntos αρσ πλ en común or de coincidencia
to be common to sth

2.2. common (public):

tierras θηλ πλ comunales

II. common [αμερικ ˈkɑmən, βρετ ˈkɒmən] ΟΥΣ

1. common U in phrases:

to have sth in common (with sb)
tener algo en común (con alguien)
in common with as πρόθ

2. common C (land):

Commons [αμερικ ˈkɑmənz, βρετ ˈkɒmənz] ΟΥΣ

Commons (in UK) + ενικ or pl ρήμα:

στο λεξικό PONS

στο λεξικό PONS

agricultural [ˌægrɪˈkʌltʃərəl] ΕΠΊΘ

agronomía θηλ

policy1 <-ies> [ˈpɒləsi, αμερικ ˈpɑ:lə-] ΟΥΣ

1. policy ΠΟΛΙΤ, ΟΙΚΟΝ:

política θηλ
to set policy (on sth)

2. policy (principle):

principio αρσ

policy2 <-ies> [ˈpɒləsi, αμερικ ˈpɑ:lə-] ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

póliza θηλ

I. common [ˈkɒmən, αμερικ ˈkɑ:mən] ΕΠΊΘ

1. common:

2. common (shared):

3. common (vulgar):

II. common [ˈkɒmən, αμερικ ˈkɑ:mən] ΟΥΣ

1. common (land):

ejido αρσ

2. common αμερικ ΠΑΝΕΠ:

comedor αρσ
Καταχώριση OpenDict

common ΟΥΣ

στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

agricultural [ˌæg··ˈkʌl·tʃər·əl] ΕΠΊΘ

agronomía θηλ

policy1 <-ies> [ˈpal·ə·si] ΟΥΣ

1. policy ΠΟΛΙΤ, ΟΙΚΟΝ:

política θηλ
to set policy (on sth)

2. policy (principle):

principio αρσ

policy2 <-ies> [ˈpal·ə·si] ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

póliza θηλ

I. common [ˈkam·ən] ΕΠΊΘ

1. common:

2. common (shared):

3. common (vulgar):

II. common [ˈkam·ən] ΟΥΣ

1. common (land):

ejido αρσ

ιδιωτισμοί:

commons ΠΑΝΕΠ
comedor αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Significant changes are also to be found in the funding of the common agricultural policy and specialist agencies.
www.europarl.europa.eu
We must have a strong budget for the common agricultural policy.
www.europarl.europa.eu
Within the context of the common agricultural policy, we also need far greater support for organic farming than we have at present.
www.europarl.europa.eu
We need to find a way of providing special support instruments within the common agricultural policy, in order to help this sector.
www.europarl.europa.eu
We are now starting to discuss the future of the common agricultural policy after 2013 and to review the financial perspective.
www.europarl.europa.eu

Αναζήτηση "Common Agricultural Policy" σε άλλες γλώσσες