στο λεξικό PONS
- to make a major [or an outstanding]contribution
-
- to make a major [or an outstanding]contribution
-
- outstanding effort, contribution
-
con·tri·bu·tion [ˌkɒntrɪˈbju:ʃən, αμερικ ˌkɑ:n-] ΟΥΣ
1. contribution:
2. contribution (regular payment):
3. contribution (advance, support, addition):
out·ˈstand·ing [ˌaʊtˈstændɪŋ] ΕΠΊΘ
1. outstanding (excellent):
- outstanding effort, contribution
-
- outstanding actor, student, performance
-
- outstanding actor, student, performance
-
- outstanding actor, student, performance
-
2. outstanding (clearly noticeable):
3. outstanding ΧΡΗΜΑΤΟΠ (unpaid):
4. outstanding (not solved):
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
outstanding contributions ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ
contribution ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
- contribution (z. B. Sozialabgabe)
- Abgabe θηλ
outstanding ΕΠΊΘ ΛΟΓΙΣΤ
outstanding ΕΠΊΘ handel
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- outsole
- outsource
- outsourcing
- outspoken
- outspokenly
- outstanding contributions
- outstanding debt
- outstanding loan
- outstandingly
- outstanding securities
- outstanding volume