στο λεξικό PONS
as·sess·ment [əˈsesmənt] ΟΥΣ
1. assessment of damage:
2. assessment (evaluation):
3. assessment (taxation):
4. assessment (judgement):
- assessment ΣΧΟΛ, ΠΑΝΕΠ
-
- ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ staff assessment
-
cred·it as·ˈsess·ment ΟΥΣ
mar·ket as·ˈsess·ment ΟΥΣ
ˈrisk as·sess·ment ΟΥΣ
self-as·ˈsess·ment ΟΥΣ no pl
1. self-assessment (judgment):
2. self-assessment ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
per·ˈfor·mance as·sess·ment ΟΥΣ
as·ˈsess·ment cen·tre ΟΥΣ
con·tinu·ous as·ˈsess·ment ΟΥΣ
assessment ΟΥΣ
peer assessment ΟΥΣ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
value assessment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
risk assessment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
special assessment ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
performance assessment ΟΥΣ CTRL
assessment procedure ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
performance assessment ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
overall assessment ΟΥΣ CTRL
assessment principle ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
tax assessment ΟΥΣ ΦΟΡΟΛ
-
- Veranlagung θηλ
credit assessment ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
water quality assessment ΟΥΣ
Health Impact Assessment (HIA)
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
traffic assessment
environmental impact assessment ΠΕΡΙΒ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.