Αγγλικά » Γερμανικά

II . strike2 <struck, struck [or old, Am also stricken]> [straɪk] ΡΉΜΑ trans

3. strike usu passive (reach, damage):

12. strike (manufacture):

20. strike (render):

III . strike2 <struck, struck [or old, Am also stricken]> [straɪk] ΡΉΜΑ intr

Ιδιώματα:

to strike lucky Brit, Aus fam

first ˈstrike ΟΥΣ MILIT

ˈfirst-strike ΕΠΊΘ attr, inv

ˈlight·ning strike ΟΥΣ Brit, Aus

ˈrent strike ΟΥΣ

strike off ΡΉΜΑ trans usu passive Brit, Aus

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文