Αγγλικά » Γερμανικά

I . that [ðæt,ðət] ΕΠΊΘ dem

2. that (person, thing farther away):

der/die/das [... dort [o. da] ]
jene(r, s) geh

II . that [ðæt,ðət] ΑΝΤΩΝ

6. that dem esp Brit fam (strong confirmation):

are you relieved? — [oh yes, ]I am that

III . that [ðæt,ðət] ΣΎΝΔΕΣ

5. that after -ing words:

given that ...
supposing [that] ...

7. that form liter dated (expressing a wish):

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文