Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

außenwirtschaftliches
dispensing

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. dispenser [dispɑ̃se] ΡΉΜΑ μεταβ

1. dispenser (donner):

dispenser cours, information, conseil, service, soin
to give (à to)
dispenser largesses
to hand out (à to)
dispenser largesses
to bestow τυπικ (à on)

2. dispenser (produire):

dispenser musique
dispenser éclairage

3. dispenser ΝΟΜ (exempter):

4. dispenser (épargner):

II. se dispenser ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

1. se dispenser (être donné):

se dispenser cours, soins:

2. se dispenser (se passer de):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
dispenser (from de)
to let sb off lessons, homework, chores
dispenser (from de, from doing de faire)

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. dispenser [dispɑ̃se] ΡΉΜΑ μεταβ

1. dispenser (exempter):

to exempt sb from sth

2. dispenser (distribuer):

to give sth to sb

II. dispenser [dispɑ̃se] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

se dispenser de qc tâche
se dispenser de qc commentaire
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
to get sb off sth
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. dispenser [dispɑ͂se] ΡΉΜΑ μεταβ

1. dispenser (exempter):

to exempt sb from sth

2. dispenser (distribuer):

to give sth to sb

II. dispenser [dispɑ͂se] ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

se dispenser de qc tâche
se dispenser de qc commentaire
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
to get sb off sth
Présent
jedispense
tudispenses
il/elle/ondispense
nousdispensons
vousdispensez
ils/ellesdispensent
Imparfait
jedispensais
tudispensais
il/elle/ondispensait
nousdispensions
vousdispensiez
ils/ellesdispensaient
Passé simple
jedispensai
tudispensas
il/elle/ondispensa
nousdispensâmes
vousdispensâtes
ils/ellesdispensèrent
Futur simple
jedispenserai
tudispenseras
il/elle/ondispensera
nousdispenserons
vousdispenserez
ils/ellesdispenseront

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)