Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

selbstgefällige
periodo di riproduzione

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

breeding period [ˈbriːdɪŋˌpɪərɪəd], breeding season [ˈbriːdɪŋˌˌsiːzn] ΟΥΣ

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. breeding [βρετ ˈbriːdɪŋ, αμερικ ˈbridɪŋ] ΟΥΣ

1. breeding:

breeding ΓΕΩΡΓ, ΖΩΟΛ (of animals)
(ri)produzione θηλ

2. breeding (good manners):

educazione θηλ
buone maniere θηλ πλ

3. breeding (of nuclear material):

II. breeding [βρετ ˈbriːdɪŋ, αμερικ ˈbridɪŋ] ΕΠΊΘ ΖΩΟΛ

I. breed [βρετ briːd, αμερικ brid] ΟΥΣ

1. breed ΖΩΟΛ:

razza θηλ

2. breed (type of person, thing):

tipo αρσ

II. breed <παρελθ/μετ παρακειμ bred> [βρετ briːd, αμερικ brid] ΡΉΜΑ μεταβ

1. breed:

breed ΓΕΩΡΓ, ΖΩΟΛ animals
breed plants

2. breed μτφ disease, feeling, rumours, unrest:

3. breed person:

III. breed <παρελθ/μετ παρακειμ bred> [βρετ briːd, αμερικ brid] ΡΉΜΑ αμετάβ

breed animals, people:
breed microorganisms:

IV. breed [βρετ briːd, αμερικ brid]

I. period [βρετ ˈpɪərɪəd, αμερικ ˈpɪriəd] ΟΥΣ

1. period:

periodo αρσ also ΓΕΩΛ ΑΣΤΡΟΝ
epoca θηλ
era θηλ
cloudy, sunny periods ΜΕΤΕΩΡ
bright periods ΜΕΤΕΩΡ
rainy periods ΜΕΤΕΩΡ

2. period ΤΈΧΝΗ:

periodo αρσ

3. period αμερικ (full stop):

punto αρσ also μτφ

4. period (menstruation):

ciclo αρσ
mestruazioni αρσ πλ

5. period ΣΧΟΛ (lesson):

ora θηλ
lezione θηλ

6. period ΑΘΛ:

tempo αρσ

II. period [βρετ ˈpɪərɪəd, αμερικ ˈpɪriəd] ΕΠΊΘ before ουσ

period (of a certain era) costume, furniture
period instrument
period (reproduction) costume, instrument, style
period performance
period furniture

στο λεξικό PONS

I. breed <bred, bred> [bri:d] ΡΉΜΑ μεταβ

1. breed animals, plants:

2. breed disease, violence:

II. breed <bred, bred> [bri:d] ΡΉΜΑ αμετάβ

breed violence

III. breed [bri:d] ΟΥΣ

1. breed:

breed ΖΩΟΛ
razza θηλ
breed ΒΟΤ
varietà θηλ

2. breed οικ (type of person):

tipo αρσ

breeding ΟΥΣ

1. breeding of animals:

2. breeding μτφ (upbringing):

educazione θηλ

I. period [ˈpɪ·ri·əd] ΟΥΣ

1. period a. ΓΕΩ:

periodo αρσ

2. period ΟΙΚΟΝ:

scadenza θηλ

3. period ΣΧΟΛ (lesson):

(ora di) lezione θηλ

4. period (distinct stage):

epoca θηλ

5. period (menstruation):

6. period ΓΛΩΣΣ:

punto αρσ

II. period [ˈpɪ·ri·əd] ΕΠΙΦΏΝ

punto e basta οικ
Present
Ibreed
youbreed
he/she/itbreeds
webreed
youbreed
theybreed
Past
Ibred
youbred
he/she/itbred
webred
youbred
theybred
Present Perfect
Ihavebred
youhavebred
he/she/ithasbred
wehavebred
youhavebred
theyhavebred
Past Perfect
Ihadbred
youhadbred
he/she/ithadbred
wehadbred
youhadbred
theyhadbred

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

During the species-specific breeding period, new reproductives, females and winged males leave the colony in what is called a nuptial flight.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "breeding period" σε άλλες γλώσσες