Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Entente
fracture

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

fracture bone, rock
Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

I. fracture [βρετ ˈfraktʃə, αμερικ ˈfræk(t)ʃər] ΟΥΣ (gen)

fracture ΙΑΤΡ
fracture θηλ

II. fracture [βρετ ˈfraktʃə, αμερικ ˈfræk(t)ʃər] ΡΉΜΑ μεταβ

fracture bone, rock
fracture μτφ economy, unity

III. fracture [βρετ ˈfraktʃə, αμερικ ˈfræk(t)ʃər] ΡΉΜΑ αμετάβ

fracture bone:
fracture pipe, masonry:

I. bone [βρετ bəʊn, αμερικ boʊn] ΟΥΣ

1. bone:

os αρσ
arête θηλ
he hasn't got a romantic/jealous bone in his body προσδιορ handle, button

2. bone (in corset etc):

baleine θηλ

3. bone (trombone):

bone οικ
trombone αρσ

II. bones ΟΥΣ ουσ πλ

1. bones (animal skeleton):

ossements αρσ πλ

2. bones (human remains):

ossements αρσ πλ humains
my old bones οικ
mes vieux os οικ

3. bones (dice):

dés αρσ πλ

III. bone [βρετ bəʊn, αμερικ boʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bone ΜΑΓΕΙΡ:

bone joint, chicken
bone fish

2. bone (reinforce):

bone corset, bodice

IV. bone [βρετ bəʊn, αμερικ boʊn]

être un sac d'os οικ
les chiens aboient, la caravane passe παροιμ

στο λεξικό PONS

bone fracture ΟΥΣ

fracture θηλ
στο λεξικό PONS

I. fracture [ˈfræktʃəʳ, αμερικ -tʃɚ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. fracture ΙΑΤΡ (break):

2. fracture (cause a crack in):

3. fracture μτφ (destroy):

fracture accord

II. fracture [ˈfræktʃəʳ, αμερικ -tʃɚ] ΡΉΜΑ αμετάβ

III. fracture [ˈfræktʃəʳ, αμερικ -tʃɚ] ΟΥΣ a. μτφ ΙΑΤΡ

fracture θηλ

I. bone [bəʊn, αμερικ boʊn] ΟΥΣ

os αρσ
bone of fish
arête θηλ

II. bone [bəʊn, αμερικ boʊn] ΕΠΊΘ

III. bone [bəʊn, αμερικ boʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

bone meat
bone fish
στο λεξικό PONS

bone fracture ΟΥΣ

fracture θηλ
στο λεξικό PONS

I. fracture [ˈfræk·tʃər] ΡΉΜΑ μεταβ

1. fracture ΙΑΤΡ (break):

2. fracture (cause a crack in):

3. fracture μτφ (destroy):

fracture accord

II. fracture [ˈfræk·tʃər] ΡΉΜΑ αμετάβ

III. fracture [ˈfræk·tʃər] ΟΥΣ a. μτφ ΙΑΤΡ

fracture θηλ

I. bone [boʊn] ΟΥΣ

os αρσ
bone of fish
arête θηλ

II. bone [boʊn] ΕΠΊΘ

III. bone [boʊn] ΡΉΜΑ μεταβ

bone meat
bone fish
Present
Ifracture
youfracture
he/she/itfractures
wefracture
youfracture
theyfracture
Past
Ifractured
youfractured
he/she/itfractured
wefractured
youfractured
theyfractured
Present Perfect
Ihavefractured
youhavefractured
he/she/ithasfractured
wehavefractured
youhavefractured
theyhavefractured
Past Perfect
Ihadfractured
youhadfractured
he/she/ithadfractured
wehadfractured
youhadfractured
theyhadfractured

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

For example, women are often seen to be at a higher risk for bone fracture due to osteoporosis.
en.wikipedia.org
Persistent localized pain may indicate a pathological bone fracture.
en.wikipedia.org
Opioid-induced endocrinopathy likely causes the strong association of opioid use with osteoporosis and bone fracture.
en.wikipedia.org
Bear bites can result in gangrene, the rotting of flesh, which can spread six inches an hour, or crepitus, the grinding of the two sides of a broken bone fracture.
en.wikipedia.org
In general medicine, it is one of the most traumatic forms of bone fracture.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "bone fracture" σε άλλες γλώσσες