Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Gläubigerinnen
element

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. élément [elemɑ̃] ΟΥΣ αρσ

1. élément (constituant):

élément (de structure, d'ensemble)
élément (d'appareil)
élément (de mélange)
élément (de problème)
élément (facteur)
élément constitutif
élément de surprise
élément décisif
élément moteur (personne)

2. élément (de mobilier):

élément

3. élément (fait):

élément
il n'y a aucun élément nouveau

4. élément (individu):

être un bon élément élève:
être un bon élément travailleur:
être un bon élément joueur:

5. élément ΤΕΧΝΟΛ (de pile):

élément

6. élément:

élément ΧΗΜ, ΜΑΘ, ΑΣΤΡΟΛΟΓ

II. éléments ΟΥΣ αρσ πλ

1. éléments (rudiments):

2. éléments ΜΕΤΕΩΡ:

III. élément [elemɑ̃]

être ou se sentir dans son élément

oligo-élément <πλ oligo-éléments>, oligoélément <πλ oligoéléments> [ɔliɡoelemɑ̃] ΟΥΣ αρσ

oligo-élément
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
élément αρσ (of de)
oligo-élément αρσ
élément αρσ (mural)
élément αρσ explétif
élément αρσ subversif
élément αρσ (of de)
élément αρσ de menu
élément αρσ de cuisine

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

I. élément [elemɑ̃] ΟΥΣ αρσ

1. élément (composant, donnée, groupe) a. ΧΗΜ:

élément

2. élément (mobilier):

élément

ιδιωτισμοί:

être dans son élément

II. élément [elemɑ̃] ΟΥΣ mpl

élément
rapporté(e) élément
négligeable élément, facteur
troublant(e) élément
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
oligo-élément αρσ
élément αρσ
component of a system
élément αρσ
élément-clé αρσ
élément αρσ constitutif
élément αρσ de cuisine
élément αρσ principal
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

élément [elemɑ͂] ΟΥΣ αρσ

1. élément (composant, donnée, groupe) a. ΧΗΜ:

élément

2. élément (mobilier):

élément

3. élément πλ (rudiments):

ιδιωτισμοί:

être dans son élément
négligeable élément, facteur
rapporté(e) élément
troublant(e) élément
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
oligo-élément αρσ
component of a system
élément αρσ
élément-clé αρσ
élément αρσ de cuisine
élément αρσ constitutif
élément αρσ indispensable
élément αρσ principal

Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA

élément de fixation

élément de fixation

élément de raccordement

élément de raccordement

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Le dernier élément contenant du plomb fut la capsule étain/plomb.
fr.wikipedia.org
Les 22 os découverts sont des éléments crâniens et post-crâniens d'au moins trois spécimens voire quatre.
fr.wikipedia.org
Un buzzer (anglicisme) ou bipeur est un élément électromécanique ou piézoélectrique qui produit un son caractéristique quand on lui applique une tension : le bip.
fr.wikipedia.org
Zéro correspond au cardinal d'un ensemble où il n'y aurait pas d'éléments ; plus formellement, c'est le nombre d'éléments de l'ensemble vide.
fr.wikipedia.org
Si un élément du coût commun à tous les concurrents renchérit, la répercussion sur le prix de vente ne devrait pas occasionner de difficultés.
fr.wikipedia.org