Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

schwedische
Seeigel

στο λεξικό PONS

ˈsea ur·chin ΟΥΣ

Seeigel αρσ <-s, ->
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

ur·chin [ˈɜ:tʃɪn, αμερικ ˈɜ:r-] ΟΥΣ

1. urchin (homeless child):

Straßenkind ουδ <-(e)s, -er>
Gassenjunge αρσ <-n, -n> ΟΔΓ, A

2. urchin χιουμ dated:

Range θηλ o σπάνιο a. αρσ <-, -n> ιδιωμ
Bengel αρσ <-s, ->

sea [si:] ΟΥΣ

1. sea no pl (salt water surrounding land):

mit dem [o. τυπικ per] Schiff
auslaufen τυπικ

2. sea pl:

3. sea (specific area):

See θηλ <-> kein pl
Meer ουδ <-(e)s, -e>

4. sea (state of sea):

Seegang αρσ <-(e)s> kein pl
kabbelige ειδικ ορολ /schwere See

5. sea (waves):

seas pl
seas pl
Wogen τυπικ pl

6. sea ΑΣΤΡΟΝ:

Mondfleck αρσ

7. sea μτφ (wide expanse):

Meer ουδ <-(e)s, -e> μτφ τυπικ
ein Meer ουδ von Gesichtern τυπικ

ιδιωτισμοί:

SEA [ˌesi:ˈeɪ] ΟΥΣ

SEA συντομογραφία: Single European Act

EEA θηλ

Sin·gle Euro·ˈpean Act ΟΥΣ, SEA ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

SEA ΟΥΣ ΥΠΕΡΚΡΑΤ ΟΡΓ

EEA θηλ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Throughout the year other traditional foods are stocked such as deer, ducks, herring eggs, crab, sea urchin, clams, oysters and mussels.
en.wikipedia.org
They may be banded with lighter and darker shades in juveniles and the occasional individual sea urchin is completely white.
en.wikipedia.org
No longer having food to eat, the sea urchin became locally extinct as well.
en.wikipedia.org
The commercial take of coastal pelagic species by round haul net, and spiny lobster and sea urchin only is allowed.
en.wikipedia.org
A sea urchin has no visible eyes or legs.
en.wikipedia.org