Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Rotblonde
Gummiindustrie

στο λεξικό PONS

ˈrub·ber in·dus·try ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

in·dus·try [ˈɪndəstri] ΟΥΣ

1. industry no pl (manufacturing):

Industrie θηλ <-, -ri̱·en>
Industriekapitän αρσ οικ

2. industry (type of trade):

Branche θηλ <-, -n>
Gewerbe ουδ <-s, ->
Produktionszweig αρσ <-(e)s, -e>

3. industry no pl τυπικ:

Fleiß αρσ <-es>
Emsigkeit θηλ <->

I. rub·ber1 [ˈrʌbəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. rubber no pl (elastic substance):

Gummi αρσ o ουδ <-s, -s>

2. rubber βρετ, αυστραλ (eraser):

Radiergummi αρσ <-s, -s>

3. rubber esp αμερικ αργκ (condom):

Gummi αρσ <-s, -s> αργκ

4. rubber αμερικ (shoes):

Galoschen pl παρωχ

II. rub·ber1 [ˈrʌbəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ modifier

rubber (ball, gloves):

Tauchanzug αρσ
Gummiknüppel αρσ <-s, ->

rub·ber2 [ˈrʌbəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ ΤΡΆΠ

Robber αρσ
Καταχώριση OpenDict

rubber ΟΥΣ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

industry ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Branche θηλ
Gewerbe ουδ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Its main application areas are the plastics and rubber industry where it is used as a releasing agent and lubricant which can be easily incorporated.
en.wikipedia.org
Several important industries brought prosperity to the area including stoneware potteries, sewer pipe manufacturing, the match industry and, most recently, the tire and rubber industry.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "rubber industry" σε άλλες γλώσσες