στο λεξικό PONS
lo·gis·tic(al) [ləˈʤɪstɪk(əl), αμερικ also loʊˈ-] ΕΠΊΘ αμετάβλ
acous·tic·al [əˈku:stɪkəl] ΕΠΊΘ αμετάβλ ΦΥΣ
pan·the·is·tic(al) [ˌpæn(t)θiˈɪstɪk(əl)] ΕΠΊΘ αμετάβλ
-
- pantheistisch τυπικ
so·phist·ic(al) [sə(ʊ)ˈfɪstɪk(əl), αμερικ səˈ-] ΕΠΊΘ also μειωτ τυπικ
-
- haarspalterisch μειωτ
athe·is·tic(al) [ˌeɪθiˈɪstɪk(əl)] ΕΠΊΘ
sta·tis·ti·cal [stəˈtɪstɪkəl] ΕΠΊΘ αμετάβλ
maso·chis·ti·cal·ly [ˌmæzəˈkɪstɪkəli] ΕΠΊΡΡ
char·ac·ter·is·ti·cal·ly [ˌkærəktəˈrɪstɪkəli, αμερικ ˌkerəktɚˈ-] ΕΠΊΡΡ
anach·ro·nis·ti·cal·ly [əˌnækrəˈnɪstɪkəli] ΕΠΊΡΡ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
statistical ΕΠΊΘ CTRL
critical ΕΠΊΘ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ
vertical form ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
statistical inference ΟΥΣ CTRL
core statistical indicator ΟΥΣ CTRL
statistical analysis report ΟΥΣ CTRL
deductive statistical ΕΠΊΘ CTRL
medical examination ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
vertical bar chart
political resettling
political consequences ΟΥΣ
political landscape ΟΥΣ
vertical aerial photograph [ˈvɜːtɪkl]
political geography ΟΥΣ
political reason ΟΥΣ
vertical erosion
political function
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
vertical axis
hereditary identical
statistical significance ΟΥΣ
apical meristem [ˌæpɪklˈmerɪstem] ΟΥΣ
medical research ΟΥΣ
helical [ˈhelɪkl] ΕΠΊΘ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
critical gap, critical time gap ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ
vertical kerb ΥΠΟΔΟΜΉ
heuristic
elastic tube
critical density traffic flow, transport safety
practical training
practical capacity
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.