Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dallure
Hindernisse

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

ˈtar·iff bar·ri·ers ΟΥΣ πλ ΟΙΚΟΝ

tariff barriers

bar·ri·er [ˈbæriəʳ, αμερικ ˈberiɚ] ΟΥΣ

1. barrier:

Barriere θηλ <-, -n>
Hindernis ουδ <-ses, -se>
Absperrung θηλ <-, -en>
Schranke θηλ <-, -n>

2. barrier (preventing communication):

Barriere θηλ <-, -n>
Hindernis ουδ <-ses, -se>

ˈtrade bar·ri·er ΟΥΣ

Handelsschranke[n] θηλ[pl]
Handelsbeschränkung θηλ <-, -en>
Handelshemmnis ουδ <-ses, -se>

ˈen·er·gy bar·ri·er ΟΥΣ ΦΥΣ ΕΠΙΣΤ

ˈcrash bar·ri·er ΟΥΣ βρετ, αυστραλ

Leitplanke θηλ <-, -n>

ˈbar·ri·er reef ΟΥΣ

Wallriff ουδ <-(e)s, -e>

ˈcus·toms bar·ri·er ΟΥΣ

Zollschranke θηλ <-, -n>

ˈpain bar·ri·er ΟΥΣ

Schmerzgrenze θηλ <-, -n>
Καταχώριση OpenDict

barrier ΟΥΣ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
tariff [or customs] barriers πλ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

nontariff barrier ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

market barrier ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

entry barrier ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

customs barrier ΟΥΣ handel

trade barrier ΟΥΣ handel

knock-in-barrier ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

trade barrier [ˈtreɪdˌbæriə] ΟΥΣ

flood barrier [flʌdˈbæriə] ΟΥΣ

ecological barrier ΟΥΣ

barrier beach [ˈbæriəˌbiːtʃ] ΟΥΣ

barrier reef [ˈbæriəˌriːf] ΟΥΣ

non-tariff trade barrier [ˌnɒntærɪfˈtreɪdˌbæriə] ΟΥΣ

Thames Barrier [ˈtemzˌbæriə] ΟΥΣ

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

barrier contraceptive ΟΥΣ

placental barrier

outer barrier ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

central barrier ΥΠΟΔΟΜΉ, transport safety

median barrier αμερικ ΥΠΟΔΟΜΉ, transport safety

wind barrier ΟΔ ΑΣΦ

crash barrier ΟΔ ΑΣΦ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
median barrier αμερικ
Schutzgitter ΟΔ ΑΣΦ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Economists say shoplifting is common because it is a relatively unskilled crime with low entry barriers that can be fitted into a normal lifestyle.
en.wikipedia.org
Also, mature companies with large amounts of capital invested and brand recognition create "barriers to entry" against new competitors.
en.wikipedia.org
Well-planted tanks that offer a lot of barriers to adult guppies will shelter the young quite well.
en.wikipedia.org
The benefits of trade agreements are now arguably more about removing so-called non-tariff barriers than cutting tariffs.
www.cityam.com
They run up against mysterious regulatory investigations, go-slow bureaucratic practices and old-fashioned investment barriers that hamper their businesses.
www.afr.com

Αναζήτηση "barriers" σε άλλες γλώσσες