στο λεξικό PONS
rap·id [ˈræpɪd] ΕΠΊΘ
1. rapid (quick):
2. rapid (sudden):
- rapid
-
rap·id-re·ˈsponse ΕΠΊΘ
- rapid-response
-
rap·id ˈfire ΟΥΣ no pl
- rapid fire
- Schnellfeuer ουδ
Rap·id Re·ˈac·tion Force ΟΥΣ ΣΤΡΑΤ
-
- rapid
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
rapid money transfer ΟΥΣ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
-
- Eilüberweisung θηλ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
rapid [ˈræpɪd] ΟΥΣ
- rapid
-
rapid urbanization [ræpidˌɜːbnaɪˈzeiʃn] ΟΥΣ
- rapid urbanization
-
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
rapid transit system ΔΗΜ ΣΥΓΚ
passenger rapid transit ΔΗΜ ΣΥΓΚ
personal rapid transit, PRT ΔΗΜ ΣΥΓΚ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.