στο λεξικό PONS
Schnelläu·ferπαλαιότ(in) <-s, -> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
Schnelläufer → Schnellläufer
Schnell·läu·fer(in) <-s, -> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
1. Schnellläufer ΑΘΛ:
2. Schnellläufer ΤΕΧΝΟΛ:
3. Schnellläufer ΑΣΤΡΟΝ:
Schnell·läu·fer(in) <-s, -> ΟΥΣ αρσ(θηλ)
1. Schnellläufer ΑΘΛ:
2. Schnellläufer ΤΕΧΝΟΛ:
3. Schnellläufer ΑΣΤΡΟΝ:
Weih·nachts·kirch·gang ΟΥΣ αρσ
Durch·gang <-(e)s, -gänge-(e)s, ohne pl> [ˈdʊrçgaŋ] ΟΥΣ αρσ
2. Durchgang (das Durchgehen):
Durch·gangs·ver·kehr <-(e)s, ohne pl> ΟΥΣ αρσ ΜΕΤΑΦΟΡΈς
1. Durchgangsverkehr (durchgehender Ortsverkehr):
2. Durchgangsverkehr (Transitverkehr):
Durch·gangs·maß <-es, -e> ΟΥΣ ουδ ΟΙΚΟΔ
Durch·gangs·la·ger <-s, -> ΟΥΣ ουδ
Durch·gangs·prü·fer <-s, -> ΟΥΣ αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Durchgangshandel ΟΥΣ αρσ ΕΜΠΌΡ
Schnelltender ΟΥΣ αρσ E-COMM
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Durchgangsstraße ΥΠΟΔΟΜΉ
Durchgangsverkehr ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ, ΔΗΜΟΣΚ
Stadt-Schnellbahn ΔΗΜ ΣΥΓΚ
Schnellbahn (U-Bahn und S-Bahn®)
- Schnellbahn ΔΗΜ ΣΥΓΚ
-
Schnellstraße (kreuzungsfrei)
- Schnellstraße ΥΠΟΔΟΜΉ
- motorway βρετ
- Schnellstraße ΥΠΟΔΟΜΉ
- freeway αμερικ
Stadtschnellbahn ΔΗΜ ΣΥΓΚ
Schnellbussystem ΔΗΜ ΣΥΓΚ
Schnellgang
Λεξιλόγιο τεχνολογίας ψύξης της GEA
schnelllaufend
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.