terrain [teʀɛ͂] ΟΥΣ αρσ
1. terrain:
2. terrain (espace réservé):
3. terrain (sol):
5. terrain ΙΑΤΡ (prédisposition):
7. terrain ΣΤΡΑΤ:
ιδιωτισμοί:
II. terrain [teʀɛ͂]
terrain αρσ
I. tout-terrain <tout-terrains> [tuteʀɛ͂] ΕΠΊΘ
II. tout-terrain <tout-terrains> [tuteʀɛ͂] ΟΥΣ αρσ
1. tout-terrain (véhicule):
-
- Geländewagen αρσ
2. tout-terrain (sol, relief):
tout-terrain ΕΠΊΘ
terrain multi-sport
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.