Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

inhabitant
inhabitant

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

habitant (habitante) [abitɑ̃, ɑ̃t] ΟΥΣ αρσ (θηλ)

1. habitant (personne):

habitant (habitante) (de ville, pays, région)
inhabitant
loger chez l'habitant ΣΤΡΑΤ

2. habitant λογοτεχνικό:

habitant (habitante) (personne)
habitant (habitante) (animal)

inhabitation [inabitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

inhabitable [inabitabl] ΕΠΊΘ

inhabitu|el (inhabituelle) [inabitɥɛl] ΕΠΊΘ

inhabituel (inhabituelle)
unusual (de la part de for)

inhabité (inhabitée) [inabite] ΕΠΊΘ

1. inhabité (sans habitants):

inhabité (inhabitée) maison, région

2. inhabité ΑΣΤΡΟΝ:

inhabité (inhabitée) engin, vol

inhabituellement [inabitɥɛlmɑ̃] ΕΠΊΡΡ

exorbitant (exorbitante) [ɛɡzɔʀbitɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

1. exorbitant (exagéré):

exorbitant (exorbitante) prix, agios
exorbitant (exorbitante) exigence, privilège
exorbitant (exorbitante) pouvoir
inordinate προσδιορ

2. exorbitant ΝΟΜ:

inhabilité [inabilite] ΟΥΣ θηλ

habitacle [abitakl] ΟΥΣ αρσ

1. habitacle:

habitacle ΑΕΡΟ
habitacle ΑΣΤΡΟΝ

2. habitacle ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡ:

3. habitacle ΝΑΥΣ:

habitation [abitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. habitation (construction):

2. habitation (résidence):

3. habitation (fait d'habiter):

block of flats βρετ
apartment building αμερικ

ιδιωτισμοί:

council flat βρετ
low-rent apartment αμερικ
block of council flats βρετ
low-rent apartment building αμερικ
council house βρετ
low rent house αμερικ

Habitation à loyer modéré Info

στο λεξικό PONS

habitant(e) [abitɑ̃, ɑ̃t] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

1. habitant (occupant):

habitant(e) d'un pays, d'une ville
inhabitant
habitant(e) d'un immeuble, d'une maison

2. habitant καναδ γαλλ (paysan):

ιδιωτισμοί:

inhabité(e) [inabite] ΕΠΊΘ

inhabité(e) appartement

inhabituel(le) [inabitɥɛl] ΕΠΊΘ

inhabitable [inabitabl] ΕΠΊΘ

inhabitable région

exorbitant(e) [ɛgzɔʀbitɑ̃, ɑ̃t] ΕΠΊΘ

exorbitant(e) prétentions
exorbitant(e) prix

habitat [abita] ΟΥΣ αρσ

1. habitat ΒΟΤ, ΖΩΟΛ:

2. habitat ΓΕΩ:

3. habitat (conditions de logement):

habitable [abitabl] ΕΠΊΘ

habitation [abitasjɔ̃] ΟΥΣ θηλ

1. habitation (demeure):

2. habitation (logis):

council flat βρετ
public housing unit αμερικ

habitacle [abitakl] ΟΥΣ αρσ

1. habitacle ΑΥΤΟΚ:

habitacle de voiture

2. habitacle (poste de pilotage):

habitacle de petit avion, d'avion de chasse
habitacle d'avion de ligne
στο λεξικό PONS

habitant(e) [abitɑ͂, ɑ͂t] ΟΥΣ αρσ(θηλ)

1. habitant (occupant):

habitant(e) d'un pays, d'une ville
habitant(e) d'un pays, d'une ville
inhabitant
habitant(e) d'un immeuble, d'une maison

2. habitant καναδ γαλλ (paysan):

ιδιωτισμοί:

inhabituel(le) [inabitʏɛl] ΕΠΊΘ

inhabité(e) [inabite] ΕΠΊΘ

inhabité(e) appartement

inhabitable [inabitabl] ΕΠΊΘ

inhabitable région

exorbitant(e) [ɛgzɔʀbitɑ͂, ɑ͂t] ΕΠΊΘ

exorbitant(e) prétentions
exorbitant(e) prix

habitable [abitabl] ΕΠΊΘ

habitation [abitasjo͂] ΟΥΣ θηλ

1. habitation (demeure):

2. habitation (logis):

habitacle [abitakl] ΟΥΣ αρσ

1. habitacle ΑΥΤΟΚ:

habitacle de voiture

2. habitacle (poste de pilotage):

habitacle de petit avion, d'avion de chasse
habitacle d'avion de ligne

habitat [abita] ΟΥΣ αρσ

1. habitat ΒΟΤ, ΖΩΟΛ:

2. habitat ΓΕΩ:

3. habitat (conditions de logement):

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος