Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

hälfte
brain

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

cervelle [sɛʀvɛl] ΟΥΣ θηλ

1. cervelle (substance):

cervelle
brains πλ
se brûler ou se faire sauter la cervelle οικ
cervelle de veau/d'agneau ΜΑΓΕΙΡ

2. cervelle (tête):

cervelle οικ
il n'a rien dans la cervelle
être sans cervelle
quand il a ou se met quelque chose dans la cervelle…
c'est une petite cervelle
cervelle d'oiseau μτφ
birdbrain οικ
elle a une cervelle d'oiseau
il a une tête ou cervelle de moineau
aliments, substances se triturer la cervelle ou les méninges οικ
cela va leur mettre du plomb dans la tête ou cervelle οικ
se creuser (la tête ou la cervelle) οικ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
cervelle θηλ d'oiseau
cervelle θηλ d'oiseau οικ
cervelle θηλ
se faire sauter la cervelle οικ
cervelle θηλ
cervelle de veau
se creuser la cervelle οικ

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

cervelle [sɛʀvɛl] ΟΥΣ θηλ

1. cervelle οικ (esprit):

cervelle
ne rien avoir dans la cervelle

2. cervelle ΜΑΓΕΙΡ:

cervelle
brains πλ
tournebouler la cervelle [ou l'esprit] [ou les idées] à qn
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
sans cervelle
faire sauter la cervelle à qn
se creuser la cervelle
faire sauter la cervelle de qn
se creuser la cervelle
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

cervelle [sɛʀvɛl] ΟΥΣ θηλ

1. cervelle οικ (esprit):

cervelle

2. cervelle culin:

cervelle
brains πλ
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
sans cervelle
se creuser la cervelle
faire sauter la cervelle à qn
faire sauter la cervelle de qn
se creuser la cervelle

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

On aurait même retiré la cervelle et coulé du plomb à la place afin de la rendre plus lourde.
fr.wikipedia.org
La langue, le filet, la cervelle, le foie et les rognons étaient notamment appréciés.
fr.wikipedia.org
Il est gentil, mais pas toujours très malin, et a tendance à se servir plus de ses muscles que de sa cervelle.
fr.wikipedia.org
L'un des quatorze enfants était son propre fils, dont il aurait dévoré la cervelle.
fr.wikipedia.org
À la maison, on s'est creusé la cervelle car je voulais un “vrai” nom de famille.
fr.wikipedia.org