Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Long
appello

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

plea [βρετ pliː, αμερικ pli] ΟΥΣ

1. plea:

appello αρσ
supplica θηλ (for per)
plea (for money, food)
richiesta θηλ (for di)
to make a plea for aid

2. plea ΝΟΜ:

3. plea (excuse):

plea
scusa θηλ
on the plea that

bargain plea [ˈbɑːɡɪnˌpliː] ΟΥΣ

bargain plea

plea bargaining [βρετ, αμερικ ˈpli ˌbɑrɡənɪŋ] ΟΥΣ ΝΟΜ

dilatory plea [ˌdɪlətrɪˈpliː, -tɔːrɪ] ΟΥΣ ΝΟΜ

dilatory plea αμερικ
impassioned appeal, plea, speech
to enter a plea of insanity ΝΟΜ
unspoken agreement, threat, plea
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
plea

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

plea [pli:] ΟΥΣ

1. plea (appeal):

plea
appello αρσ
plea
supplica θηλ

2. plea ΝΟΜ:

plea

3. plea τυπικ (excuse):

plea
scusante θηλ

plea-bargaining ΟΥΣ ΝΟΜ

ardent desire, plea
to cop a plea
enter claim, plea
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
plea
plea

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

When the trial started, he entered a plea of not guilty.
en.wikipedia.org
The court then threw him in prison and again brought him back to court and demanded a plea.
en.wikipedia.org
There is a plea for taxing headscarves however.
en.wikipedia.org
The judge at first instance refused to leave the defence of medical necessity to the jury so the defendant changed his plea to guilty.
en.wikipedia.org
This theme is further developed with the plea to the volcano to listen trustingly to the human voice.
en.wikipedia.org