Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

lanonimato
agencia marítima

Oxford Spanish Dictionary

shipping [αμερικ ˈʃɪpɪŋ, βρετ ˈʃɪpɪŋ] ΟΥΣ U

1. shipping (ships):

barcos αρσ πλ
embarcaciones θηλ πλ τυπικ
the canal is open to shipping προσδιορ lane/route

2. shipping (transportation of freight):

transporte αρσ
gastos αρσ πλ de envío or de expedición

I. ship [αμερικ ʃɪp, βρετ ʃɪp] ΟΥΣ

barco αρσ
buque αρσ
embarcación θηλ τυπικ
a ship of the line αρχαϊκ

II. ship <μετ ενεστ shipping; παρελθ, μετ παρακειμ shipped> [αμερικ ʃɪp, βρετ ʃɪp] ΡΉΜΑ μεταβ

1.1. ship (send by sea):

1.2. ship (send):

2. ship (take on board):

ship passengers/goods

III. ship <μετ ενεστ shipping; παρελθ, μετ παρακειμ shipped> [αμερικ ʃɪp, βρετ ʃɪp] ΡΉΜΑ αμετάβ (serve aboard a ship)

office [αμερικ ˈɔfɪs, ˈɑfɪs, βρετ ˈɒfɪs] ΟΥΣ

1. office C:

oficina θηλ
despacho αρσ
oficina θηλ
oficinas θηλ πλ
oficina θηλ
bufete αρσ
doctor's office αμερικ
doctor's office αμερικ
consulta θηλ
we don't want the whole office to hear προσδιορ work/furniture
we don't want the whole office to hear προσδιορ work/furniture
we don't want the whole office to hear block/building
ofimática θηλ

2.1. office U (post, position):

cargo αρσ
term of or αμερικ also in office
mandato αρσ

2.2. office C or U (duty):

office τυπικ
cometido αρσ
office τυπικ
función θηλ

3. office <offices, pl > (assistance) τυπικ:

mediación θηλ
buenos oficios αρσ πλ

4. office C ΘΡΗΣΚ:

oficio αρσ

στο λεξικό PONS

shipping office ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

shipping [ˈʃɪpɪŋ] ΟΥΣ χωρίς πλ

1. shipping (ships):

embarcaciones θηλ πλ

2. shipping (freight dispatch):

transporte αρσ

I. ship [ʃɪp] -pp- ΟΥΣ

barco αρσ
velero αρσ

II. ship [ʃɪp] -pp- ΡΉΜΑ μεταβ

1. ship (send by boat):

2. ship (transport):

office [ˈɒfɪs, αμερικ ˈɑ:fɪs] ΟΥΣ

1. office of company:

oficina θηλ
despacho αρσ
archivo αρσ Κολομβ
bufete αρσ (de abogado)

2. office βρετ ΠΟΛΙΤ:

3. office ΠΟΛΙΤ (authoritative position):

cargo αρσ
to be in office person
to be in office party

4. office pl (assistance):

mediación θηλ

5. office ΘΡΗΣΚ:

oficio αρσ
Καταχώριση OpenDict

office ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

shipping [ˈʃɪp·ɪŋ] ΟΥΣ

1. shipping (ships):

embarcaciones θηλ πλ

2. shipping (freight dispatch):

transporte αρσ

I. ship [ʃɪp] ΟΥΣ

barco αρσ
velero αρσ

II. ship <-pp-> [ʃɪp] ΡΉΜΑ μεταβ

1. ship (send by boat):

2. ship (transport):

office [ˈɔ·fɪs] ΟΥΣ

1. office of a company:

oficina θηλ
despacho αρσ
archivo αρσ Κολομβ
bufete αρσ

2. office ΠΟΛΙΤ (authoritative position):

cargo αρσ
to be in office person
to be in office party

3. office:

mediación θηλ

4. office ΘΡΗΣΚ:

oficio αρσ
Present
Iship
youship
he/she/itships
weship
youship
theyship
Past
Ishipped
youshipped
he/she/itshipped
weshipped
youshipped
theyshipped
Present Perfect
Ihaveshipped
youhaveshipped
he/she/ithasshipped
wehaveshipped
youhaveshipped
theyhaveshipped
Past Perfect
Ihadshipped
youhadshipped
he/she/ithadshipped
wehadshipped
youhadshipped
theyhadshipped

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

One year later, the shipping office also closed.
en.wikipedia.org
The story of antibiotics first began with a boy in a shipping office.
www.varsity.co.uk
There were no indications that the load was leaking and initial measurements carried out downstream from the scene showed no abnormalities, the shipping office said.
www.thestar.com