Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Port
reps

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

rep1 [rep] ΟΥΣ οικ

rep (salesperson) συντομογραφία: representative

Vertreter(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
Klinkenputzer αρσ <-s, -> μειωτ οικ

I. rep·re·sen·ta·tive [ˌreprɪˈzentətɪv, αμερικ -t̬ət̬ɪv] ΕΠΊΘ

1. representative ΠΟΛΙΤ:

2. representative (like others):

representative cross section, result

3. representative (typical):

für jdn/etw typisch sein

II. rep·re·sen·ta·tive [ˌreprɪˈzentətɪv, αμερικ -t̬ət̬ɪv] ΟΥΣ

1. representative (person):

[Stell]vertreter(in) αρσ (θηλ)
representative ΟΙΚΟΝ
Vertreter(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
Firmenvertreter(in) αρσ (θηλ)

2. representative ΠΟΛΙΤ:

[Volks]vertreter(in) αρσ (θηλ)
Abgeordnete(r) θηλ(αρσ)
Repräsentant(in) αρσ (θηλ) <-en, -en>

3. representative αμερικ (member of House of Representatives):

Mitglied ουδ des Repräsentantenhauses θηλ(αρσ)
Abgeordnete(r) θηλ(αρσ)

4. representative Η/Υ:

Vertreter(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
Beauftragte(r) θηλ(αρσ) <-n, -n; -n, -n>

rep2 ΟΥΣ no pl

rep συντομογραφία: repertory company/theatre

rep ΘΈΑΤ οικ (single)
rep ΘΈΑΤ οικ (single)
Repertoiretheater ουδ <-s, ->
Repertoiretheater ουδ <-s, ->

rep3 ΟΥΣ

rep συντομογραφία: repetition

rep·eti·tion [ˌrepɪˈtɪʃən, αμερικ -əˈ-] ΟΥΣ

1. repetition (say again):

Wiederholung θηλ <-, -en>

2. repetition (do again):

Wiederholung θηλ <-, -en>

rep4 <-pp-> [rep] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

Klinken putzen οικ μειωτ

ˈsales rep·re·senta·tive, οικ ˈsales rep ΟΥΣ

Vertreter(in) αρσ (θηλ) <-s, ->
Καταχώριση OpenDict

rep ΟΥΣ

rep (short for 'reputation') οικ Abk.
Ruf αρσ
Καταχώριση OpenDict

union rep ΟΥΣ

Gewerkschaftsvertreter(in) αρσ θηλ
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

rep ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

sales rep(resentative) ΟΥΣ handel

Vertreter(in) αρσ (θηλ)
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

As basic as this is, we can get down to the nitty-gritty and focus in on the way we actually perform our reps.
www.mensfitness.com
The reps may argue with you, they may tell you information that is not accurate, they may give you the runaround.
consumerist.com
Most reps loved EDR, it took into account for every single call you had taken.
gawker.com
Yet every day, sales organizations send their reps off to foreign shores, equipping them with little more than expectations, and if they're lucky, an outdated map and phrasebook.
www.theglobeandmail.com
Along with flattery, the attractiveness of sales reps has been noted, with a trend of former cheerleaders entering the field.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "reps" σε άλλες γλώσσες