Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dispezione
rückläufig

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

I. de·crease ΡΉΜΑ αμετάβ [dɪˈkri:s, ˈdi:kri:s]

decrease crime, unemployment, inflation:

II. de·crease ΡΉΜΑ μεταβ [dɪˈkri:s, ˈdi:kri:s]

III. de·crease ΟΥΣ [ˈdi:kri:s]

Abnahme θηλ <-, -n>
decrease numbers
Rückgang αρσ <-(e)s, -gänge>
Geburtenrückgang αρσ <-(e)s, -gänge>
Preissenkung θηλ <-, -en>
sinken <sank, gesunken>
gradual decrease, increase
γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Abschwächung von Inflation

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

amount decrease ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

premium decrease ΟΥΣ ΑΣΦΆΛ

net decrease ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

decrease of liabilities ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ

decrease in creditworthiness ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

decrease in equity ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ

decrease in margins ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
decreased

Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen

decrease of product

Verminderung des Produkts (der Produktionsrate)

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

decrease in speed

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Senkung der Geschwindigkeit ΚΥΚΛΟΦ ΡΟΉ
Present
Idecrease
youdecrease
he/she/itdecreases
wedecrease
youdecrease
theydecrease
Past
Idecreased
youdecreased
he/she/itdecreased
wedecreased
youdecreased
theydecreased
Present Perfect
Ihavedecreased
youhavedecreased
he/she/ithasdecreased
wehavedecreased
youhavedecreased
theyhavedecreased
Past Perfect
Ihaddecreased
youhaddecreased
he/she/ithaddecreased
wehaddecreased
youhaddecreased
theyhaddecreased

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

The number of a cappella groups was decreased from sixteen back to ten, resulting in a new format.
en.wikipedia.org
Essentially, producing more engines which run on ethanol could result in decreased consumption of processed sweets, which contain high fructose corn syrup.
en.wikipedia.org
In recent years, the paper mill has become a paper recycling plant which has decreased the emission of sulfides.
en.wikipedia.org
The penalty for the convenience of not annotating object lifetime manually in the source code is overhead, which can lead to decreased or uneven performance.
en.wikipedia.org
In the 1990s, the glaciers greatly decreased in size, partly due to warmer temperatures but largely due to increased volcanic activity.
en.wikipedia.org

Αναζήτηση "decreased" σε άλλες γλώσσες