Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Zutun
Pfeiltaste

στο λεξικό PONS

ˈar·row key ΟΥΣ Η/Υ

Pfeiltaste θηλ <-, -n>
στο λεξικό PONS
στο λεξικό PONS

I. ar·row [ˈærəʊ, αμερικ ˈeroʊ] ΟΥΣ

1. arrow (missile):

Pfeil αρσ <-(e)s, -e>

2. arrow (pointer):

Pfeil αρσ <-(e)s, -e>

II. ar·row [ˈærəʊ, αμερικ ˈeroʊ] ΡΉΜΑ αμετάβ

I. key1 [ki:] ΟΥΣ

1. key (for a lock):

Schlüssel αρσ <-s, ->

2. key (button):

key of a computer, piano
Taste θηλ <-, -n>
key of a flute
Klappe θηλ <-, -n>
to hit [or strike][or press] a key

3. key Η/Υ (code):

Kennzahl θηλ <-, -en>
Passwort ουδ <-es, -wörter> CH, A

4. key no pl (essential point):

Schlüssel αρσ <-s, -> μτφ

5. key:

Zeichenerklärung θηλ <-, -en>
Legende θηλ <-, -n>

6. key ΜΟΥΣ:

Tonart θηλ <-, -en>
to sing in/off key

II. key1 [ki:] ΟΥΣ modifier

key ΕΜΠΌΡ
Hauptbeitrag αρσ /-zutat θηλ
Leitwährung θηλ <-, -en>
Grundregel θηλ <-, -n>
Hauptzeuge(-zeugin) αρσ (θηλ) <-n, -n; -, -nen>
Kronzeuge(-zeugin) αρσ (θηλ) <-n, -n; -, -nen>

III. key1 [ki:] ΕΠΊΘ (of crucial importance)

IV. key1 [ki:] ΡΉΜΑ μεταβ

1. key (type):

to key sth

2. key (aimed at):

to key sth to sb/sth
etw auf jdn/etw abstimmen

3. key αμερικ μειωτ οικ (to use a key to scratch something):

to key sth vehicle

key2 [ki:] ΟΥΣ ΓΕΩΓΡ

[Korallen]riff ουδ
Korallenbank θηλ <-bänke>
Καταχώριση OpenDict

arrow ΟΥΣ

Καταχώριση OpenDict

key ΟΥΣ

key ΤΕΧΝΟΛ
Keil αρσ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

key ΟΥΣ IT

Kennzahl θηλ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

arrow ΥΠΟΔΟΜΉ

Present
Iarrow
youarrow
he/she/itarrows
wearrow
youarrow
theyarrow
Past
Iarrowed
youarrowed
he/she/itarrowed
wearrowed
youarrowed
theyarrowed
Present Perfect
Ihavearrowed
youhavearrowed
he/she/ithasarrowed
wehavearrowed
youhavearrowed
theyhavearrowed
Past Perfect
Ihadarrowed
youhadarrowed
he/she/ithadarrowed
wehadarrowed
youhadarrowed
theyhadarrowed

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Αναζήτηση "arrow key" σε άλλες γλώσσες