στο λεξικό PONS
an·nual sta·ˈtis·tics ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
vi·tal sta·ˈtis·tics ΟΥΣ πλ
1. vital statistics (of demography):
2. vital statistics χιουμ dated (woman's measurements):
sta·tis·tics [stəˈtɪstɪks] ΟΥΣ
1. statistics + ενικ ρήμα (science):
-
- Statistik θηλ <-, -en> kein pl
2. statistics (data):
stat·is·ti·cian [ˌstætɪˈstɪʃən] ΟΥΣ
sta·tis·ti·cal·ly [stəˈtɪstɪkəli] ΕΠΊΡΡ αμετάβλ
- to analyse sth statistically
- etw statistisch auswerten
- to present sth statistically
- etw als Statistik darstellen
sta·tis·ti·cal [stəˈtɪstɪkəl] ΕΠΊΘ αμετάβλ
I. stat·ist [ˈsteɪtɪst] ΠΟΛΙΤ ΟΥΣ
II. stat·ist [ˈsteɪtɪst] ΠΟΛΙΤ ΕΠΊΘ αμετάβλ
stat·ism [ˈsteɪtɪzəm] ΟΥΣ no pl
statistics ΟΥΣ
-
- multivariate Statistik
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
statistics of assets and liabilities ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
statistics ΟΥΣ CTRL
-
- Statistik θηλ
order book statistics ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
annual statistics ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
trade statistics ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
statistical ΕΠΊΘ CTRL
inventory statistics ΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤ
banking statistics ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
external trade statistics ΟΥΣ handel
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
tidal power station, tidal power plant
coal power station
hydroelectric power station [ˌhaɪdrəʊɪˈlektrɪk] ΟΥΣ
seismological station ΟΥΣ
storage power station
nuclear power station
lignite power station
police station ΟΥΣ
eustatic change in sea-level [ˈjuːstætɪk] ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
statistical significance ΟΥΣ
static state [ˈstætɪkˌsteɪt] ΟΥΣ
-
- „Stillstand“ (Gleichgewichtslage bleibt konstant)
thermal power station [ˌθɜːmlˈpaʊəˌsteɪʃn] ΟΥΣ
hydro-electric power station ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
station ΔΗΜ ΣΥΓΚ
static friction
Ορολογία μηχατρονικής της Klett
ˈpro·ces·sor-sold·er·ing sta·tion ΟΥΣ
ˈsol·der·ing sta·tion ΟΥΣ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.