Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

unbearbeitetem
Tromper

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

I. deceive [βρετ dɪˈsiːv, αμερικ dəˈsiv] ΡΉΜΑ μεταβ

1. deceive (lie to and mislead):

deceive parent, friend
I thought my ears were deceiving me

2. deceive (be unfaithful to):

deceive spouse, lover
tromper (with avec)

II. deceive [βρετ dɪˈsiːv, αμερικ dəˈsiv] ΡΉΜΑ αμετάβ

III. to deceive oneself ΡΉΜΑ αυτοπ ρήμα

to deceive oneself αυτοπ ρήμα:

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
tromper personne:

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

deceive [dɪˈsi:v] ΡΉΜΑ μεταβ

ιδιωτισμοί:

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο λεξικό PONS
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

deceive [dɪ·ˈsiv] ΡΉΜΑ μεταβ

ιδιωτισμοί:

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά
Present
Ideceive
youdeceive
he/she/itdeceives
wedeceive
youdeceive
theydeceive
Past
Ideceived
youdeceived
he/she/itdeceived
wedeceived
youdeceived
theydeceived
Present Perfect
Ihavedeceived
youhavedeceived
he/she/ithasdeceived
wehavedeceived
youhavedeceived
theyhavedeceived
Past Perfect
Ihaddeceived
youhaddeceived
he/she/ithaddeceived
wehaddeceived
youhaddeceived
theyhaddeceived

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It collects various tricks for deceiving the five senses, with mirrors and conjuring tricks.
en.wikipedia.org
As with other forms of scientific misconduct, it is the intent to deceive that marks fabrication as highly unethical and different from scientists deceiving themselves.
en.wikipedia.org
Thus, truth is all-encompassing, while falsehood is narrow and deceiving.
en.wikipedia.org
It is a slang profanity term meaning nonsense, especially in a rebuking response to communication or actions viewed as deceiving, misleading, disingenuous, or false.
en.wikipedia.org
All these diviners wants is fame and popularity and then make more money by deceiving those who are rejecting common sense.
www.news24.com

Αναζήτηση "deceiving" σε άλλες γλώσσες