στο λεξικό PONS
ma·schi·nen·schrift·lich ΕΠΊΘ αμετάβλ
fern·schrift·lich ΕΠΊΘ
I. schrift·lich [ˈʃrɪftlɪç] ΕΠΊΘ
1. schriftlich (geschrieben):
II. schrift·lich [ˈʃrɪftlɪç] ΕΠΊΡΡ (durch geschriebene Mitteilung)
I. hand·schrift·lich ΕΠΊΘ
1. handschriftlich (von Hand geschrieben):
2. handschriftlich (als Handschrift 2 überliefert):
II. hand·schrift·lich ΕΠΊΡΡ
1. handschriftlich (von Hand):
2. handschriftlich (in Form von Handschriften 2):
Last·schrift·an·zei·ge <-, -n> ΟΥΣ θηλ ΧΡΗΜΑΤΟΠ
Last·schrift·ver·kehr ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Last·schrift·be·trag ΟΥΣ αρσ ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Last·schrift·ab·kom·men ΟΥΣ ουδ ΧΡΗΜΑΤΟΠ, ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Last·schrift <-, -en> ΟΥΣ θηλ
Lastschrift ΟΥΣ
- Lastschrift θηλ
-
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
Lastschrift-Obligo ΟΥΣ ουδ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
fernschriftlich ΕΠΊΘ ΕΜΠΌΡ
Einheitslastschrift ΟΥΣ θηλ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Lastschriftkonto ΟΥΣ ουδ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Rücklastschrift ΟΥΣ θηλ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Lastschrift ΟΥΣ θηλ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Lastschriftinkasso ΟΥΣ ουδ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Lastschriftbedingung ΟΥΣ θηλ ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
elektronisches Lastschriftverfahren phrase E-COMM
Nichteinlösung von Lastschriften phrase ΕΠΕΞΕΡΓ ΣΥΝΑΛΛ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
Messvorschrift ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ, ΔΗΜΟΣΚ
vorschriftsmäßig
Vorschriftszeichen ΥΠΟΔΟΜΉ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.