Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Eslovaca
Competitions

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Wett·be·werb <-[e]s, -e> [ˈvɛtbəvɛrp] ΟΥΣ αρσ

1. Wettbewerb (Veranstaltung zur Ermittlung des Besten):

2. Wettbewerb kein πλ ΟΙΚΟΝ (Konkurrenzkampf):

an athletics [or αμερικ a track and field] competition
to carry the day τυπικ
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Wettbewerb αρσ <-(e)s, -e>
Wettbewerb αρσ <-(e)s, -e>

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

freier Wettbewerb phrase ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Eine Kontinuität zu den Wettbewerben eines früheren Veranstalters und zu dessen Siegerinnen soll offensichtlich die Krone herstellen, die die Gewinnerin erhält.
de.wikipedia.org
Die folgende Liste gibt einen Überblick über die Podestplatzierungen bei den Skisprung-Wettbewerben.
de.wikipedia.org
In der darauffolgenden Spielzeit 1934/35 wurde eine mögliche Titelverteidigung in beiden Wettbewerben jedoch deutlich verpasst.
de.wikipedia.org
Auch 2009 startete der Litauer bei diesen drei Wettbewerben.
de.wikipedia.org
Während dieser Ausbildung nahm der Akkordeonist an verschiedenen nationalen und internationalen Wettbewerben teil, wobei er auch einige erste Preise gewann.
de.wikipedia.org