Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

dalmatian
behaviors

Γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

comportement [kɔ̃pɔʀtəmɑ̃] ΟΥΣ αρσ

1. comportement ΨΥΧ:

behaviour βρετ

2. comportement (attitude):

attitude (à l'égard de, vis-à-vis de toward(s))

3. comportement (manières):

4. comportement (de sportif, voiture, Bourse):

αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
behavioural change, disorder, problem

στο λεξικό PONS

γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

comportement [kɔ̃pɔʀtəmɑ̃] ΟΥΣ αρσ

behaviour no πλ βρετ
behavior no πλ αμερικ
addictive behavior αμερικ
évolution des goûts, comportements
antipathique comportement
être désespérant notes, comportement
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά
douchebaggery αμερικ οικ
στο λεξικό PONS
γαλλικά
γαλλικά
αγγλικά
αγγλικά

comportement [ko͂pɔʀtəmɑ͂] ΟΥΣ αρσ

évolution des goûts, comportements
être désespérant notes, comportement
antipathique comportement
haïssable personne, comportement
agressif (-ive) personne, comportement
αγγλικά
αγγλικά
γαλλικά
γαλλικά

Γλωσσάρι «Κοινωνική ενσωμάτωση και ισότητα δυνατοτήτων» του Γαλλογερμανικού Γραφείου Νέων (OFAJ)

comportement αρσ

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Il ne fait pas de doute que la poigne de l'émir tempéra les velléités de rébellion et les comportements délictueux...
fr.wikipedia.org
Compte tenu de sa fébrilité, de son humeur changeante et de la frénésie de ses comportements, la phénoménologie classique peine à cerner la complexité des intentionnalités mises en œuvre.
fr.wikipedia.org
Ces lunettes sont conçues pour l’amélioration des comportements sociaux et émotionnel pour des étudiants autistes.
fr.wikipedia.org
Les troubles associés, tels que le trouble du déficit de l'attention avec ou sans hyperactivité, semblent impliqués dans les comportements violents plutôt que l'autisme seul.
fr.wikipedia.org
Les scores élevés sont positivement corrélés à de l'impulsivité et de l'agressivité, du machiavélisme, des comportements criminels persistants et négativement corrélés avec les mesures d'empathie et d'affiliation.
fr.wikipedia.org