Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

Reserven
straccio

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. rag1 [βρετ raɡ, αμερικ ræɡ] ΟΥΣ

1. rag (cloth):

brandello αρσ
cencio αρσ
straccio αρσ

2. rag:

rag (newspaper) οικ (local)
rag (tabloid) μειωτ
rag (tabloid) μειωτ

II. rags ΟΥΣ

rags npl (old clothes):

rags
stracci αρσ
rags
abiti αρσ vecchi
in rags

III. rag1 [βρετ raɡ, αμερικ ræɡ]

to be on the rag αμερικ (menstruate) χυδ, αργκ
to lose one's rag αμερικ οικ

I. rag2 <forma in -ing ragging, παρελθ, μετ παρακειμ ragged> [βρετ raɡ, αμερικ ræɡ] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

to rag sb
prendere in giro or punzecchiare qn (about per)

II. rag2 [βρετ raɡ, αμερικ ræɡ] ΟΥΣ (in GB)

rag ΠΑΝΕΠ

rag3 [βρετ raɡ, αμερικ ræɡ] ΟΥΣ ΟΙΚΟΔ

rag week [ˈræɡwiːk] ΟΥΣ βρετ ΠΑΝΕΠ

rag trade [βρετ, αμερικ ˈræɡ ˌtreɪd] ΟΥΣ οικ

nose rag [ˈnəʊzræɡ] ΟΥΣ οικ

fazzoletto αρσ (da naso)

wash-rag [βρετ ˈwɒʃraɡ, αμερικ ˈwɔʃˌræɡ, ˈwɑʃˌræɡ] ΟΥΣ αμερικ

wash-rag → facecloth

facecloth [βρετ ˈfeɪsklɒθ, αμερικ ˈfeɪsˌklɔθ] ΟΥΣ βρετ

rag rug [βρετ, αμερικ ˈræɡ rəɡ] ΟΥΣ

pezzotto αρσ

rag bolt [ˈræɡbəʊlt] ΟΥΣ

rag doll [βρετ, αμερικ ˈræɡ ˌdɑl] ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά

glad rags ΟΥΣ pl sl

I. rag [ræg] ΟΥΣ

1. rag (old cloth):

straccio αρσ

2. rag pl (worn-out clothes):

stracci αρσ pl

3. rag μειωτ sl (newspaper):

4. rag ΜΟΥΣ:

ragtime αρσ

II. rag <-gg-> [ræg] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

rag trade ΟΥΣ οικ

ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
rags
dalle -e alle stalle μτφ
Present
Irag
yourag
he/she/itrags
werag
yourag
theyrag
Past
Iragged
youragged
he/she/itragged
weragged
youragged
theyragged
Present Perfect
Ihaveragged
youhaveragged
he/she/ithasragged
wehaveragged
youhaveragged
theyhaveragged
Past Perfect
Ihadragged
youhadragged
he/she/ithadragged
wehadragged
youhadragged
theyhadragged

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

To some, he was a charming conversationalist who was fond of a good joke and who enjoyed recounting tales of his rags-to-riches life.
en.wikipedia.org
We could crush these little toe rags if we wanted to.
www.telegraph.co.uk
Rags was presented with a number of medals and awards.
en.wikipedia.org
They nursed the sick, cleaned homes, sewed carpet rags for local meeting houses, planted and tended gardens, promoted home industry, and shared doctrinal instruction and testimony.
en.wikipedia.org
There were rags which smelt of petrol on the kitchen worktop.
www.shropshirestar.com

Αναζήτηση "rags" σε άλλες γλώσσες