Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

marie
imbroglione

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

con artist [ˈkɒnˌɑːtɪst] ΟΥΣ

con artist → conman

conman <πλ conmen> [βρετ ˈkɒn man, αμερικ ˈkɑn mæn] ΟΥΣ

conman short for confidence man

truffatore αρσ
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia
αγγλικά
αγγλικά
ιταλικά
ιταλικά
ιταλικά
ιταλικά
αγγλικά
αγγλικά
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

artist [βρετ ˈɑːtɪst, αμερικ ˈɑrdəst] ΟΥΣ

1. artist:

artist ΤΈΧΝΗ, ΘΈΑΤ
artista αρσ θηλ

2. artist οικ:

I. con1 [βρετ kɒn, αμερικ kɑn] ΟΥΣ οικ (swindle)

truffa θηλ
inganno αρσ
fregatura θηλ

II. con1 <forma in -ing conning, παρελθ, μετ παρακειμ conned> [βρετ kɒn, αμερικ kɑn] ΡΉΜΑ μεταβ οικ (trick)

to con sb into doing sth οικ
to con sb out of sth οικ
fregare qc a qn

con2 [βρετ kɒn, αμερικ kɑn] ΟΥΣ (disadvantage)

svantaggio αρσ

con3 [βρετ kɒn, αμερικ kɑn] ΟΥΣ οικ

con short for convict

carcerato αρσ / carcerata θηλ
detenuto αρσ / detenuta θηλ

I. convict ΟΥΣ [βρετ ˈkɒnvɪkt, αμερικ ˈkɑnˌvɪkt]

1. convict (imprisoned criminal):

detenuto αρσ / detenuta θηλ
carcerato αρσ / carcerata θηλ
recluso αρσ / reclusa θηλ

2. convict (deported criminal):

forzato αρσ / forzata θηλ

II. convict ΡΉΜΑ μεταβ [βρετ kənˈvɪkt, αμερικ kənˈvɪkt]

1. convict jury, court:

giudicare colpevole (of di; of doing per aver fatto)
condannare (of per; of doing per aver fatto)

2. convict evidence:

condannare also μτφ

con4 <forma in -ing conning, παρελθ, μετ παρακειμ conned> [βρετ kɒn, αμερικ kɑn] ΡΉΜΑ μεταβ αρχαϊκ

Con. ΟΥΣ

Con. ΠΟΛΙΤ → conservative

I. conservative [βρετ kənˈsəːvətɪv, αμερικ kənˈsərvədɪv] ΕΠΊΘ

1. conservative ΠΟΛΙΤ:

conservative person, society, policy

2. conservative βρετ ΠΟΛΙΤ:

3. conservative (cautious):

conservative attitude
conservative estimate

4. conservative taste, dress, style:

II. conservative [βρετ kənˈsəːvətɪv, αμερικ kənˈsərvədɪv] ΟΥΣ ΠΟΛΙΤ

1. conservative:

conservatore αρσ / conservatrice θηλ

2. conservative βρετ ΠΟΛΙΤ:

conservatore αρσ / conservatrice θηλ

στο λεξικό PONS

con artist [ˌkɑ:n·ˈɑ:r·t̬əst] ΟΥΣ οικ

imbroglione(-a) αρσ (θηλ)
στο λεξικό PONS

artist [ˈɑ:r·təst] ΟΥΣ

artista αρσ θηλ

con1 <-nn-> [kɑ:n] ΡΉΜΑ μεταβ οικ

to con sb into doing sth
far credere a qu che
to con sb out of sth

con2 [kɑ:n] ΟΥΣ (against)

contro αρσ αμετάβλ

con3 [kɑ:n] ΟΥΣ sl (convict)

carcerato(-a) αρσ (θηλ)
Present
Icon
youcon
he/she/itcons
wecon
youcon
theycon
Past
Iconned
youconned
he/she/itconned
weconned
youconned
theyconned
Present Perfect
Ihaveconned
youhaveconned
he/she/ithasconned
wehaveconned
youhaveconned
theyhaveconned
Past Perfect
Ihadconned
youhadconned
he/she/ithadconned
wehadconned
youhadconned
theyhadconned

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Eddy mentions how his brother taught him much about how to scam, and to be a con artist.
en.wikipedia.org
The first con artist strikes up a conversation with the victim, usually while waiting somewhere.
en.wikipedia.org
He is known to be the only con artist in the world serving a life sentence (since he is sentenced to 140 years).
en.wikipedia.org
Of course, the con artist had disappeared with all the treasure and no one saw it ever again.
en.wikipedia.org
The con artist will then slam on his brakes to avoid the shill, causing the victim to rear-end the con artist.
en.wikipedia.org