Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

même’
collo a goccia

στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

clove hitch [βρετ ˈkləʊv hɪtʃ, αμερικ ˈkloʊv ˌhɪtʃ] ΟΥΣ

nodo αρσ parlato
στο Ιταλικό λεξικό Oxford-Paravia

I. cleave1 <παρελθ clove, cleaved, μετ παρακειμ cleft, cleaved> [βρετ kliːv, αμερικ kliv] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cleave λογοτεχνικό:

2. cleave ΓΕΩΛ:

cleave stone

II. cleave1 <παρελθ clove, cleaved, μετ παρακειμ cleft, cleaved> [βρετ kliːv, αμερικ kliv] ΡΉΜΑ αμετάβ

clove1 [βρετ kləʊv, αμερικ kloʊv] ΟΥΣ ΜΑΓΕΙΡ

clove2 [βρετ kləʊv, αμερικ kloʊv] ΟΥΣ (of garlic)

spicchio αρσ

clove3 [βρετ kləʊv, αμερικ kloʊv] ΡΉΜΑ παρελθ

clove → cleave

I. cleave1 <παρελθ clove, cleaved, μετ παρακειμ cleft, cleaved> [βρετ kliːv, αμερικ kliv] ΡΉΜΑ μεταβ

1. cleave λογοτεχνικό:

2. cleave ΓΕΩΛ:

cleave stone

II. cleave1 <παρελθ clove, cleaved, μετ παρακειμ cleft, cleaved> [βρετ kliːv, αμερικ kliv] ΡΉΜΑ αμετάβ

cleave2 <παρελθ cleaved, clave, μετ παρακειμ cleaved> [βρετ kliːv, αμερικ kliv] ΡΉΜΑ αμετάβ λογοτεχνικό

cleave2 <παρελθ cleaved, clave, μετ παρακειμ cleaved> [βρετ kliːv, αμερικ kliv] ΡΉΜΑ αμετάβ λογοτεχνικό

I. hitch [βρετ hɪtʃ, αμερικ hɪtʃ] ΟΥΣ

1. hitch (problem):

intoppo αρσ
ostacolo αρσ

2. hitch (knot):

nodo αρσ

3. hitch αμερικ (in prison):

II. hitch [βρετ hɪtʃ, αμερικ hɪtʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. hitch (fasten):

hitch rope, reins
hitch trailer, horse, team
attaccare (to a)
hitch wagon, rail carriage
agganciare (to a)

2. hitch (thumb) οικ:

III. hitch [βρετ hɪtʃ, αμερικ hɪtʃ] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

1. hitch (hitchhike):

2. hitch αμερικ (limp):

IV. hitch [βρετ hɪtʃ, αμερικ hɪtʃ]

to get hitched οικ

στο λεξικό PONS

clove1 [kloʊv] ΟΥΣ ΜΑΓΕΙΡ

clove of garlic
spicchio αρσ

clove2 [kloʊv] ΡΉΜΑ

clove παρελθ: cleave

I. cleave <-ed [or cleft] [or clove], -ed [or cleft] [or cloven]> [kli:v] ΡΉΜΑ αμετάβ λογοτεχνικό

II. cleave <-ed [or cleft] [or clove], -ed [or cleft] [or cloven]> [kli:v] ΡΉΜΑ μεταβ

I. hitch <-es> [hɪtʃ] ΟΥΣ

1. hitch (obstacle):

2. hitch (sudden pull):

strattone αρσ

3. hitch (for a trailer):

gancio αρσ

II. hitch [hɪtʃ] ΡΉΜΑ μεταβ

1. hitch (fasten):

to hitch sth to sth
attaccare qc a qc

2. hitch οικ (hitchhike):

III. hitch [hɪtʃ] ΡΉΜΑ αμετάβ οικ

Present
Icleave
youcleave
he/she/itcleaves
wecleave
youcleave
theycleave
Past
Icleaved / cleft / clove
youcleaved / cleft / clove
he/she/itcleaved / cleft / clove
wecleaved / cleft / clove
youcleaved / cleft / clove
theycleaved / cleft / clove
Present Perfect
Ihavecleaved / cleft / cloven
youhavecleaved / cleft / cloven
he/she/ithascleaved / cleft / cloven
wehavecleaved / cleft / cloven
youhavecleaved / cleft / cloven
theyhavecleaved / cleft / cloven
Past Perfect
Ihadcleaved / cleft / cloven
youhadcleaved / cleft / cloven
he/she/ithadcleaved / cleft / cloven
wehadcleaved / cleft / cloven
youhadcleaved / cleft / cloven
theyhadcleaved / cleft / cloven

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

It is one of the four basic maritime knots (the other three are figure-eight knot, reef knot and clove hitch).
en.wikipedia.org
Some of the knots learned included the figure of eight, bowline, rolling hitch, reef knot and clove hitch.
www.dailymercury.com.au

Αναζήτηση "clove hitch" σε άλλες γλώσσες