Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

stabilen
stabilen

στο λεξικό PONS

I. sta·bi·lize [ˈsteɪbəlaɪz] ΡΉΜΑ μεταβ

1. stabilize (make firm):

2. stabilize (maintain level):

II. sta·bi·lize [ˈsteɪbəlaɪz] ΡΉΜΑ αμετάβ

stabilize ΟΙΚΟΝ
stabilize ΟΙΚΟΝ
sich αιτ festigen

sta·bil·ity [stəˈbɪləti, αμερικ -ət̬i] ΟΥΣ no pl

Stabilität θηλ <->
stability of shape ΤΕΧΝΟΛ

ˈshear sta·bili·ty ΟΥΣ ΦΥΣ

sta·ˈbil·ity pact ΟΥΣ ΠΟΛΙΤ

Stabilitätspakt αρσ <-(e)s, -e>

price sta·ˈbil·ity ΟΥΣ

Preisstabilität θηλ <-> kein pl

po·liti·cal sta·ˈbil·ity ΟΥΣ no pl

fi·nan·cial sta·ˈbil·ity ΟΥΣ

mon·etary sta·ˈbil·ity ΟΥΣ no pl

sta·bi·liz·er [ˈsteɪbəlaɪzəʳ, αμερικ -ɚ] ΟΥΣ

1. stabilizer αμερικ ΑΕΡΟ:

Stabilisator αρσ <-s, -to̱·ren>

2. stabilizer ΝΑΥΣ:

Stabilisierungsflosse θηλ <-, -n>

3. stabilizer βρετ:

4. stabilizer (substance):

Stabilisator αρσ <-s, -to̱·ren>

5. stabilizer βρετ ΟΙΚΟΝ:

Stabilitätspolitik θηλ <-> kein pl

pa·pa·bile [pəˈpa:bɪleɪ] ΕΠΊΘ

Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS

stability pact ΟΥΣ ΚΡΆΤΟς

price stability ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

value stability ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

stability-oriented ΕΠΊΘ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

company stability ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

financial stability ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

exchange stability ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ

monetary stability ΟΥΣ ΑΓΟΡ-ΣΥΝΑΓ

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

stables [ˈsteɪblz] ΟΥΣ

global stability [ˌɡləʊblstəˈbɪləti] ΟΥΣ

steel stabiliser ΟΥΣ

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

local stability

Ορολογία μηχατρονικής της Klett

elec·tron·ic sta·ˈbil·ity con·trol ΟΥΣ ΑΥΤΟΚ

Present
Istabilize
youstabilize
he/she/itstabilizes
westabilize
youstabilize
theystabilize
Past
Istabilized
youstabilized
he/she/itstabilized
westabilized
youstabilized
theystabilized
Present Perfect
Ihavestabilized
youhavestabilized
he/she/ithasstabilized
wehavestabilized
youhavestabilized
theyhavestabilized
Past Perfect
Ihadstabilized
youhadstabilized
he/she/ithadstabilized
wehadstabilized
youhadstabilized
theyhadstabilized

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος