στο λεξικό PONS
co-de·ter·mi·na·tion [ˌkəʊdɪtɜ:mɪˈneɪʃən, αμερικ ˌkoʊdɪtɜ:r-] ΟΥΣ
cross-ex·ami·ˈna·tion ΟΥΣ
anti-dis·crimi·ˈna·tion ΟΥΣ modifier
self-ex·ami·ˈna·tion ΟΥΣ no pl
re-ex·ami·na·tion [ˌri:ɪgˌzæmɪˈneɪʃən] ΟΥΣ
1. re-examination (test):
2. re-examination ΝΟΜ:
self-de·ter·mi·ˈna·tion ΟΥΣ no pl ΠΟΛΙΤ
cross-con·tamiˈ·na·tion ΟΥΣ no pl
com·bi·ˈna·tion lock ΟΥΣ
self-determination ΟΥΣ
combination tone ΟΥΣ
-
- Kombinationston αρσ
Τραπεζική, χρηματική και ασφαλιστική ορολογία PONS
combination-driven ΕΠΊΘ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
co-determination ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
German co-determination act ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
re-denomination ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
ex ante co-ordination ΟΥΣ CTRL
co-determination duty ΟΥΣ ΟΙΚΟΝ ΔΊΚ
price-determination factor ΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΑΓ
ratio combination ΟΥΣ CTRL
yield-risk combination ΟΥΣ ΕΠΈΝΔ-ΧΡΗΜ
overall co-ordination ΟΥΣ ΤΜΉΜ
Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen
denomination [dɪˌnɒmɪˈneɪʃn] ΟΥΣ ΘΡΗΣΚ
price discrimination ΟΥΣ
salination [sælɪˈneɪʃn] ΟΥΣ
radioactive contamination ΟΥΣ
country of destination ΟΥΣ
Ορολογία βιολογίας της Ernst Klett Sprachen
recombination ΟΥΣ
VDJ recombination ΟΥΣ
VJ recombination ΟΥΣ
recombination nodule ΟΥΣ
genetic recombination
somatic recombination ΟΥΣ
recombination reaction ΟΥΣ
imagination ΟΥΣ
fly pollination
chlorination [ˌklɔːrɪˈneɪʃn] ΟΥΣ
Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»
trip-elimination ΔΗΜΟΣΚ
origin and destination survey, origin-destination study, O-D study ΔΗΜΟΣΚ
tractor and trailer combination ΕΜΠΟΡ ΜΕΤΑΦ
co-ordination of signals ΥΠΟΔΟΜΉ
destination choice ΔΗΜΟΣΚ
destination zone ΠΑΡΑΚΟΛ ΤΗς ΚΥΚΛΟΦ
choice of destination ΔΗΜΟΣΚ
illumination ΟΔ ΑΣΦ
PONS OpenDict
Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;
Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.
Παραδείγματα από το διαδίκτυο (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)
Αναζήτηση στο λεξικό
- koala
- koala bear
- koan
- Kochzeitschrift
- kohl
- Kombination
- Komodo dragon
- kompromat
- kook
- kookaburra
- kookiness