Dieu στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για Dieu στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

bon Dieu! slang
nom de Dieu! slang

Βλέπε και: homme, fou, femme, confession

3. homme (être humain):

un homme à la mer! NAUT

5. homme (sorte d'individu):

homme de barre NAUT
homme des bois ANTHROP
homme des bois ZOOL dated
homme fort POL
homme au foyer SOZIOL
homme de journée SOZIOL
homme de presse PRESSE
homme de qualité dated
homme de troupe MILIT

I.fou (folle), fol before vowel or mute h [fu, fɔl] ΕΠΊΘ

2. fou (insensé):

mad Brit
être fou à lier inf

3. fou (considérable):

4. fou (incontrôlable):

II.fou (folle), fol before vowel or mute h [fu, fɔl] ΟΥΣ m (f)

V.fou (folle), fol before vowel or mute h [fu, fɔl]

VI.fou (folle), fol before vowel or mute h [fu, fɔl]

1. femme (adulte de sexe féminin):

2. femme (comme archétype):

lady doctor dated

demi-dieu <pl demi-dieux> [d(ə)midjø] ΟΥΣ m

hôtel-Dieu <pl hôtels-Dieu> [otɛldjø] ΟΥΣ m

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για Dieu στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Dieu στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για Dieu στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Μεταφράσεις για Dieu στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Dieu Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

le bon Dieu inf
Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文