mal στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για mal στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

3. mal inf:

1. mal (peine):

2. mal (douleur):

4. mal (manque):

5. mal (dommage):

7. mal (méchanceté):

1. mal (avec incompétence):

2. mal (de manière défectueuse):

4. mal (insuffisamment):

6. mal (de manière erronée):

7. mal (défavorablement):

8. mal (de manière criticable):

Βλέπε και: remède, patience, étreindre, cordonnier, an, acquis, acquérir

1. patience (qualité):

2. an (de date):

3. an (pour exprimer l'âge):

acquis → acquérir

2. acquérir (arriver à avoir) personne:

mal-logé (mal-logée) <mpl mal-logés> [mallɔʒe] ΟΥΣ m (f)

I.mal-aimé (mal-aimée) <mpl mal-aimés> [malɛme] ΕΠΊΘ

II.mal-aimé (mal-aimée) <mpl mal-aimés> [malɛme] ΟΥΣ m (f)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για mal στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

mal στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για mal στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Ιδιώματα:

2. mal sans pl (action, parole, pensée mauvaise):