old στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για old στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά

I.old [Brit əʊld, Am oʊld] ΟΥΣ The irregular form vieil of the adjective vieux/vieille is used before masculine nouns beginning with a vowel or a mute ‘h’.

1. old (elderly, not young):

2. old (of a particular age):

3. old (not new):

4. old (former, previous):

ancien/-ienne

5. old (as term of affection):

old inf
hello, old chap/girl dated!
ça va, vieux? inf

old στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για old στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά

old Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文