vieille στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για vieille στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Βλέπε και: vieux

I.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj] ΕΠΊΘ

2. vieux (d'un âge relatif):

3. vieux (ancien):

II.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj] ΟΥΣ m (f)

1. vieux (personne âgée):

my old man inf
ma vieille inf

III.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj] ΕΠΊΡ

V.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj]

old thing dated
old thing dated
old bag inf, péj
vieux croûton inf péj
vieux jeton inf
vieux schnock inf péj

VI.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj]

I.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj] ΕΠΊΘ

2. vieux (d'un âge relatif):

3. vieux (ancien):

II.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj] ΟΥΣ m (f)

1. vieux (personne âgée):

my old man inf
ma vieille inf

III.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj] ΕΠΊΡ

V.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj]

old thing dated
old thing dated
old bag inf, péj
vieux croûton inf péj
vieux jeton inf
vieux schnock inf péj

VI.vieux (vieille), vieil before vowel or mute h, <mpl vieux> [vjø, vjɛj]

Βλέπε και: singe, OS, métier, École

OS → ouvrier spécialisé

1. métier:

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
old banger Brit inf
old clunker Am inf

Μεταφράσεις για vieille στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.
(vieille) caisse f inf
(vieux) biclou m slang

vieille στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για vieille στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

Βλέπε και: vieux, vieux

I.vieux (vieille) <devant un nom masculin commençant par une voyelle ou un h muet vieil> [vjø, vjɛj] ΕΠΊΘ

II.vieux (vieille) <devant un nom masculin commençant par une voyelle ou un h muet vieil> [vjø, vjɛj] ΟΥΣ m, f

I.vieux (vieille) <devant un nom masculin commençant par une voyelle ou un h muet vieil> [vjø, vjɛj] ΕΠΊΘ

II.vieux (vieille) <devant un nom masculin commençant par une voyelle ou un h muet vieil> [vjø, vjɛj] ΟΥΣ m, f

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για vieille στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

vieille Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγχόμενα από το λεξικογραφικό τμήμα)

Αμερικανικά Αγγλικά

Θέλετε να μεταφράσετε μια πρόταση; Χρησιμοποιήστε τη μετάφραση κειμένου.

Θέλετε να προσθέσετε μια λέξη, φράση ή μετάφραση?

Καταχωρίστε νέο λήμμα.

Σελίδα στα Deutsch | Български | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Português | Русский | Slovenščina | Türkçe | 中文