personnes στο γαλλικό λεξικό Oxford-Hachette

Μεταφράσεις για personnes στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. personne (nul):

2. personne (quiconque):

1. personne (individu):

2. personne (individu en lui-même):

Ιδιώματα:

Βλέπε και: grand

I.grand (grande) [ɡʀɑ̃, ɡʀɑ̃d] ΕΠΊΘ

1. grand (de dimensions importantes):

2. grand (nombreux, abondant):

3. grand (à un degré élevé):

4. grand:

5. grand (principal):

7. grand (brillant, remarquable):

8. grand:

9. grand (qualifiant une mesure):

10. grand (intense, extrême, fort):

13. grand (emphatique):

II.grand (grande) [ɡʀɑ̃, ɡʀɑ̃d] ΟΥΣ m (f)

1. grand (enfant):

III.grand (grande) [ɡʀɑ̃, ɡʀɑ̃d] ΕΠΊΡ

grand ouvrir:

pèse-personne <pl pèse-personnes> [pɛzpɛʀsɔn] ΟΥΣ m

Κι άλλες μεταφράσεις και εκφράσεις με τη λέξη που αναζητήσατε.

Μεταφράσεις για personnes στο λεξικό Αγγλικά»Γαλλικά (Μετάβαση προς Γαλλικά»Αγγλικά)

personnes στο λεξικό PONS

Μεταφράσεις για personnes στο λεξικό Γαλλικά»Αγγλικά (Μετάβαση προς Αγγλικά»Γαλλικά)

1. personne (individu, être humain) a. LING: