Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

serviette
population

στο λεξικό PONS

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά

Be·völ·ke·rung <-, -en> ΟΥΣ θηλ

Bevölkerung
labour [or αμερικ -or] force
vergreisen Bevölkerung
die werktätige Bevölkerung
die erwerbstätige Bevölkerung
die indigene Bevölkerung
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
erwerbstätige Bevölkerung
Angehörige(r) θηλ(αρσ) der indigenen Bevölkerung Nordamerikas
die Bevölkerung dezimieren

Ορολογία γεωγραφίας της Ernst Klett Sprachen

große Bevölkerung
ortsansässige Bevölkerung
hiesige Bevölkerung
ursprüngliche Bevölkerung
wirtschaftlich aktive Bevölkerung

Ειδικό λεξιλόγιο PONS «Συγκοινωνίες»

γερμανικά
γερμανικά
αγγλικά
αγγλικά
Versorgung der Bevölkerung
αγγλικά
αγγλικά
γερμανικά
γερμανικά
Schicht (Bevölkerung)
Versorgung der Bevölkerung

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος

Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

Es entstanden mehrere große Ziegeleien, in denen der überwiegende Teil der Bevölkerung beschäftigt war.
de.wikipedia.org
Die Westgoten stellten nur eine Minderheit der städtischen Bevölkerung dar, hatten jedoch die Machtpositionen inne.
de.wikipedia.org
Zwei weitere Auswandererwellen zwischen 1888 und 1900 sowie 1910 und 1930 liessen die Bevölkerung auf ein historisches Zwischentief von 200 Personen im Jahr 1930 sinken (1888–1930: −36,71 %).
de.wikipedia.org
Knapp 90 % der Bevölkerung sind Hindus und ca. 10 % sind Muslime.
de.wikipedia.org
Sie waren als Wandschmuck in Schulen und öffentlichen Gebäuden und privaten Räumen gedacht und erfüllten den Wunsch der Bevölkerung nach vaterländischen Bildern.
de.wikipedia.org