Πώς θα θέλατε να χρησιμοποιείτε το PONS.com;

Είστε ήδη συνδρομητής του PONS Pur;

PONS με διαφημίσεις

Επισκέψου τη σελίδα PONS.com όπως συνήθως με παρακολούθηση διαφημίσεων και διαφημίσεις.

Μπορείτε να βρείτε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση διαφημίσεων στα Προστασία δεδομένων και Ρυθμίσεις απορρήτου.

PONS Pur

χωρίς διαφημίσεις από τρίτους προμηθευτές

χωρίς παρακολούθηση διαφημίσεων

Γίνετε συνδρομητής τώρα

Εάν έχετε ήδη λογαριασμό χρήστη στο PONS.com μπορείτε να γίνετε συνδρομητής στο PONS Pur .

We process your data to deliver content or advertisements and measure the delivery of such content or advertisements to extract insights about our website. We share this information with our partners on the basis of consent and legitimate interest. You may exercise your right to consent or object to a legitimate interest, based on a specific purpose below or at a partner level in the link under each purpose. These choices will be signaled to our vendors participating in the Transparency and Consent Framework.

Cookies, device or similar online identifiers (e.g. login-based identifiers, randomly assigned identifiers, network based identifiers) together with other information (e.g. browser type and information, language, screen size, supported technologies etc.) can be stored or read on your device to recognise it each time it connects to an app or to a website, for one or several of the purposes presented here.

Advertising and content can be personalised based on your profile. Your activity on this service can be used to build or improve a profile about you for personalised advertising and content. Advertising and content performance can be measured. Reports can be generated based on your activity and those of others. Your activity on this service can help develop and improve products and services.

morning’
banco mercantil

Oxford Spanish Dictionary

merchant bank ΟΥΣ βρετ

Oxford Spanish Dictionary
Oxford Spanish Dictionary

I. merchant [αμερικ ˈmərtʃənt, βρετ ˈməːtʃ(ə)nt] ΟΥΣ

1.1. merchant (retailer):

comerciante αρσ θηλ

1.2. merchant ΙΣΤΟΡΊΑ:

mercader αρσ

2. merchant βρετ οικ:

agorero αρσ / agorera θηλ
chismoso αρσ / chismosa θηλ
conduce como un loco esp Ισπ οικ

II. merchant [αμερικ ˈmərtʃənt, βρετ ˈməːtʃ(ə)nt] ΕΠΊΘ προσδιορ

I. bank1 [αμερικ bæŋk, βρετ baŋk] ΟΥΣ

1.1. bank (edge of river):

orilla θηλ
ribera θηλ

1.2. bank (slope):

terraplén αρσ
bank ΜΗΧΑΝΙΚΉ
talud αρσ

1.3. bank (graded bend):

peralte αρσ

2.1. bank (mass):

masa θηλ de nubes

2.2. bank (on bed of sea, river):

banco αρσ
bajío αρσ

3. bank:

teclado αρσ
tablero αρσ

4.1. bank (row of oars):

hilera θηλ de remos

4.2. bank (rower's bench):

banco αρσ

II. bank1 [αμερικ bæŋk, βρετ baŋk] ΡΉΜΑ μεταβ

1. bank (grade):

bank bend/racetrack

2. bank fire → bank up

3. bank (deflect):

bank αμερικ

III. bank1 [αμερικ bæŋk, βρετ baŋk] ΡΉΜΑ αμετάβ ΑΕΡΟ

I. bank up ΡΉΜΑ [αμερικ bæŋk -, βρετ baŋk -] (v + o + adv, v + adv + o)

bank up earth/sand:

II. bank up ΡΉΜΑ [αμερικ bæŋk -, βρετ baŋk -] (v + adv)

bank up sand/snow:
bank up clouds:

I. bank2 [αμερικ bæŋk, βρετ baŋk] ΟΥΣ Bank of England

1. bank ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

banco αρσ
to laugh or ειρων cry all the way to the bank
morirse de risa οικ
depósitos αρσ πλ bancarios
atraco αρσ a un banco

2. bank (in gambling):

3. bank (store, supply):

banco αρσ

II. bank2 [αμερικ bæŋk, βρετ baŋk] ΡΉΜΑ αμετάβ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

III. bank2 [αμερικ bæŋk, βρετ baŋk] ΡΉΜΑ μεταβ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ

bank money/check
bank money/check
ingresar (en el banco) esp Ισπ

Bank of England Info

στο λεξικό PONS

merchant bank ΟΥΣ

στο λεξικό PONS

merchant [ˈmɜ:tʃənt, αμερικ ˈmɜ:r-] ΟΥΣ

comerciante αρσ θηλ

I. bank1 [bæŋk] ΟΥΣ

1. bank ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

banco αρσ
banca θηλ

2. bank (storage place):

depósito αρσ
banco αρσ de sangre
banco αρσ de datos

ιδιωτισμοί:

II. bank1 [bæŋk] ΡΉΜΑ αμετάβ

III. bank1 [bæŋk] ΡΉΜΑ μεταβ

I. bank2 [bæŋk] ΟΥΣ (edge)

bank of river
orilla αρσ

II. bank2 [bæŋk] ΡΉΜΑ αμετάβ ΑΕΡΟ

bank3 [bæŋk] ΟΥΣ

bank of earth
terraplén αρσ
bank of fog, clouds
banco αρσ
bank of switches
batería θηλ
στο λεξικό PONS

merchant [ˈmɜr·tʃənt] ΟΥΣ

comerciante αρσ θηλ

I. bank1 [bæŋk] ΟΥΣ

1. bank ΧΡΗΜΑΤΙΣΤ:

banco αρσ
banca θηλ

2. bank (storage place):

depósito αρσ
banco αρσ de sangre
banco αρσ de datos

ιδιωτισμοί:

II. bank1 [bæŋk] ΡΉΜΑ αμετάβ

1. bank (do banking):

2. bank (rely on):

to bank on sb/sth for sth

III. bank1 [bæŋk] ΡΉΜΑ μεταβ

I. bank2 [bæŋk] ΟΥΣ (edge)

bank of river
orilla θηλ
bank of river
ribera θηλ

II. bank2 [bæŋk] ΡΉΜΑ αμετάβ ΑΕΡΟ

bank3 [bæŋk] ΟΥΣ

bank of earth
terraplén αρσ
bank of fog
banco αρσ
bank of clouds, snow
montón αρσ
bank of switches
batería θηλ
Present
Ibank
youbank
he/she/itbanks
webank
youbank
theybank
Past
Ibanked
youbanked
he/she/itbanked
webanked
youbanked
theybanked
Present Perfect
Ihavebanked
youhavebanked
he/she/ithasbanked
wehavebanked
youhavebanked
theyhavebanked
Past Perfect
Ihadbanked
youhadbanked
he/she/ithadbanked
wehadbanked
youhadbanked
theyhadbanked

PONS OpenDict

Θέλεις να προσθέσεις μια λέξη, φράση ή μετάφραση;

Στείλε μας μια νέα καταχώριση για το PONS OpenDict. Οι προτάσεις ελέγχονται από τη συντακτική ομάδα της PONS και στη συνέχεια περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα.

Προσθήκη λήμματος
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων

Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.

Μονόγλωσσα παραδείγματα (μη ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα της PONS)

A merchant bank also provides advisory on corporate matters to the firms they lend to.
en.wikipedia.org
However, she informs them that she is resigning from the civil service to join a merchant bank as a director.
en.wikipedia.org
In 1990, the bank was issued a license as merchant bank.
en.wikipedia.org
He was also a partner in a merchant bank.
en.wikipedia.org
By 1990, it had distinguished itself as the fastest growing merchant bank in the country.
en.wikipedia.org